ΓΡΑΜΜΑΤΑ

Νικολό Μακιαβέλι
1469 - 1527

Ο Νικολό ντι Μπερνάρντο ντι Μακιαβέλι (Niccolo di Bernardo dei Machiavelli) , όπως είναι το πραγματικό του όνομα , γεννήθηκε στην Φλώριντα στις  3 Μαίου του 1469 και πέθανε στις 21 Ιουνίου του 1527.  Ήταν Ιταλός διπλωμάτης , πολιτικός στοχαστής και συγγραφέας , φτωχός απόγονος ευγενούς οικογένειας και γιός του Μπερνάρντο Μακιαβέλι και της Μπαρτολομέα Νέλι. 
Ήρθε σε επαφή με αρκετές απο τις ισχυρότερες πολιτικές προσωπικότητες της εποχής του στην Ευρώπη , ανάμεσα στις οποίες συγκαταλέγεται ο Πάπας και ο βασιλιάσ της Γαλλίας.
Φαίνεται σημαντικά επηρεασμένος απο τις πολιτικές αντιλήψεις του Καίσαρα Βοργία στη συγγραφή του έργου του ΙΙ principe (Ο Ηγεμών) , που γράφτηκε το 1513. Το συγκεκριμένο έργο επηρέασε την πολιτική σκέψη πολλών πολιτικών και στοχαστών και άσκησε σημαντική επίδραση σε πολιτικές εξελίξεις της εποχής του και μεταγενέστερων περιόδων.
Άξιο είναι να σημειωθεί πως πολλοί τον θεωρούν πατέρα της σύνχρονης πολιτικής επιστήμης και επίσης αρκετοί είναι εκείνοι που τον χαρακτηρίζουν απλά κυνικό , διεφθαρμένο και αυταρχικό.
Όσον αφορά το έργο γράφτηκε σε περίοδο κατά την οποία ο Μακιαβέλι απολύθηκε από τα δημόσια αξιώματά του, όταν το 1512, με τη βοήθεια των Ισπανών, οι Μέδικοι ανέτρεψαν της δημοκρατία της Φλωρεντίας επανερχόμενοι στην εξουσία. Ο Μακιαβέλι υπέστη βασανιστήρια και για μικρό διάστημα φυλακίστηκε. Όταν αργότερα επέστρεψε σε ελάσσονες δημόσιες θέσεις υπό το καθεστώς των Μεδίκων χαρακτηρίστηκε ανεπιθύμητος από τους δημοκράτες που ανέτρεψαν και πάλι τους Μεδίκους το 1527.
Ο Μακιαβέλι είναι πεπεισμένος ως προς την ένδεια της κλασικής φιλοσοφίας και αρνείται την αυθεντία στη φυσική τάξη, που οι Αρχαίοι σέβονταν. Δεν πιστεύει στην ύπαρξη καθολικού λόγου και, ως εκ τούτου, το μόνο που μπορούσε να κάνει ήταν να φανταστεί τους ανθρώπους χωρίς πίστη και χωρίς νόμο. Γράφει στις Διατριβές: «όποιος θεμελιώνει πολιτεία και της βάζει νόμους, να παίρνει προκαταβολικά για κακούς όλους τους ανθρώπους.» Στον Ηγεμόνα υποδεικνύεται ο ουσιώδης δεσμός ανάμεσα στην κακία και την ελευθερία. Το πρώτο μέλημα είναι να ελεγχθεί η τύχη και από εκεί και πέρα να παραχθεί έργο. Ο ηγεμόνας υπό αυτή την έννοια συγκεντρώνει την αυθεντία επί παντός και τη βούληση να εφαρμόζει στους άλλους ότι αποφασίζει. Μάλιστα ο ηγεμόνας είναι ο μόνος που μπορεί με τη στάση του να αφυπνίσει την ηθικότητα στους ανθρώπους. Εκ πείρας γνωρίζει ότι οι άνθρωποι κάνουν το καλό μόνο από ανάγκη και είναι διατεθειμένος να τους αναγκάσει να μεταβάλλουν σταδιακά την κακία σε ανιδιοτέλεια. Ο τρόπος που ο Φλωρεντινός στοχαστής βλέπει τη δράση αποτελεί, από κάθε άποψη, εγγύηση για την παλινόρθωση του λόγου, που θα πιστεύαμε ότι απειλείται, από τη στιγμή που καταργείται κάθε υπερβατική τάξη. Είναι λοιπόν προφανές ότι ο Μακιαβέλι τείνει να μετατρέψει τη θεωρία σε δράση.
Ως την εποχή εκείνη οι πόλεμοι στην Ιταλία διεξάγονταν από μισθοφόρους τους οποίους πλήρωναν οι ενδιαφερόμενοι ηγεμόνες. Ο Μακιαβέλι υποστήριζε ότι η Φλωρεντία έπρεπε να αποκτήσει δική της εθνοφυλακή από εκπαιδευμένους πολίτες της. Θεωρείται ότι η θέση του αυτή αντικατόπτριζε τον βαθύ πατριωτισμό του και τη συνακόλουθη πεποίθησή του ότι η Ιταλία έπρεπε να αυτονομηθεί απέναντι στις ευρωπαϊκές δυνάμεις και να ενωθεί σε ένα κράτος, όραμα που δεν έλαβε σάρκα και οστά, παρά ύστερα από τρεισήμισι και πλέον αιώνες. Του ανατέθηκε η διοργάνωση της εθνοφυλακής, και κατόπιν ο Μακιαβέλι τοποθετήθηκε καγκελάριος της νέας επιτροπής που συγκροτήθηκε για την εποπτεία της, των Εννέα της Εθνοφυλακής.
Από τις θέσεις στις οποίες υπηρέτησε ο Μακιαβέλι όχι μόνο έλαβε γνώση όλων των διπλωματικών εγγράφων που περνούσαν από το γραφείο του, αλλά και εκπροσώπησε τη Φλωρεντία σε πολλές διπλωματικές αποστολές σε ευρωπαϊκές αυλές καθώς και στην παπική.
Το 1512, με τη βοήθεια των ισπανικών στρατευμάτων, οι Μέδικοι ανέτρεψαν το δημοκρατικό καθεστώς και επανήλθαν στην εξουσία. Ο Μακιαβέλι απολύθηκε, υπέστη βασανιστήρια ως εχθρός τους και για μικρό διάστημα φυλακίστηκε. Κατόπιν αποσύρθηκε στο μικρό κτήμα του, λίγο έξω από τη Φλωρεντία, και περίμενε την κατάλληλη ευκαιρία για να επανέλθει στην πολιτική δράση.
Την περίοδο της αναγκαστικής αργίας του, κατά την οποία γνώρισε για μία ακόμη φορά τη φτώχεια, ο Μακιαβέλι μελέτησε κλασικούς συγγραφείς και Ιστορία, ιδίως της Ρωμαϊκής Δημοκρατίας. Υστερα συνδύασε τις εμπειρίες και τα διαβάσματά του και συνέγραψε σειρά βιβλίων πολιτικού και ιστορικού περιεχομένου αλλά και θεατρικά έργα.
Ο μοναδικός λόγος για τον οποίο ο Μακιαβέλι καταπιάστηκε με τη συγγραφή ήταν η ελπίδα του ότι τα βιβλία του θα τον βοηθούσαν να επανέλθει στην πολιτική σκηνή της Φλωρεντίας. Αυτόν τον σκοπό ο Μακιαβέλι δεν τον πέτυχε, αλλά ένα τουλάχιστον από αυτά τα έργα ξεπέρασε κατά πολύ τις επιδιώξεις και τις προσδοκίες του συγγραφέα του και του χάρισε την αθανασία. Ο Ηγεμόνας (Il principe), που γράφτηκε το 1513, επρόκειτο, τους κατοπινούς αιώνες, να καταστεί το εγκόλπιο αμέτρητων πολιτικών ανδρών αλλά και στοχαστών γενικότερα και να ασκήσει βαθιά επίδραση στις πολιτικές εξελίξεις όλων των εποχών.

Μανουήλ Χρυσολωράς
 Ο Μανουήλ Χρυσολωράς έκανε σπουδαίο βήμα να εγκατασταθεί στην Ιταλία και να γίνει εκεί ο πρώτος μέγας δάσκαλος του ελληνικού λόγου. Γεννήθηκε στα μέσα του ΙΔ' αιώνα στην Κωνσταντινούπολη. Εκεί διορίζεται καθηγητής των ελληνικών γραμμάτων στο πανεπιστήμιο της Φλωρεντίας.
 Πολλοί σπουδαίοι άνθρωποι της εποχής του όπως ο Φίλιππος Μοννιέ (Philippe Monnier) τον ξεχώρισαν. Μάλιστα ο Μοννιέ θεωρούσε τον Χρυσολωρά ως τον πρώτο έλληνα που ανασυνδέοντας τη νεώτερη εποχή με την παλαιά παράδοση, στάθηκε αντάξιος εκείνων που στους ελληνιστικούς, είχαν καταλάβει δημόσιες έδρες διδασκαλίας στην Ιταλία. Πολλές επιστολές του Xρυσολωρά έχουν σωθεί.
 Εκφράζοντας ο Χρυσολωράς το θαυμασμό του για τη Ρώμη, ισχυρίστηκε τώρα που την είδε από κοντά πως όσα είχε ακούσει γι'αυτήν ήταν υπερβολικά. Αλλά ταυτόχρονα σπεύδει και ως υπερήφανος Έλληνας να παρατηρήσει ότι πολλά που συνιστούν την ομορφιά της Ρώμης είχαν κατασκευαστεί στην Eλλάδα ή φτιάχτηκαν στη Ρώμη από Έλληνες.
 Ο Μανουήλ Χρυσολωράς δεν ήταν ούτε ποιητικό, ούτε φιλοσοφικό πνεύμα. Δεν ανήκει καν στους συγγραφείς που τα γραπτά τους έχουν ιδιαίτερο πνευματικό χαρακτήρα. Εκτός από την περίφημη Επιστολή του (όπου μπαίνει στη σύγκριση των δύο πόλεων Κωνσταντινούπολη - Ρώμη και χωρίς να γίνεται και η σύγκριση με συγκεκριμένα στοιχεία και αισθητικές αξιολογήσεις, συνδυάζεται ωστόσο με καλές ηθικές κρίσεις και ιστορικές παρατηρήσεις), βασική αξία στην ιστορία των ελληνικών γραμμάτων είχε το έργο του ''Ερωτήματα'', μια κατήχηση στην ελληνική γραμματική που χρησίμευσε ιδιαίτερα και στον Έρασμο.
 Ο Τζών Έντουιν Σάντυς στο τρίτομο έργο του (A history of classical Scholarship) χαρακτηρίζει το Χρυσολωρά ''μη παραγωγικό'' (unproductive). Ωστόσο, οι μαθητευόμενοι Ιταλοί που αργότερα έγιναν σπουδαίοι στα έργα τους τον επισημαίνουν ως έξοχο διδάσκαλο. Προκαλούσε τον ενθουσιασμό με τις διαλέξεις του.
 Όταν άρχισε να διδάσκει στη Φλωρεντία το 1396 ή 1397 σχηματίστηκε γύρω του ένας κύκλος μαθητών που ανάμεσά τους θεώρησαν τιμή τους να συγκαταλεχθούν οι ώριμοι άνδρες, προσωπικότητες που είχαν ήδη αναδειχθεί (Πάλλα Στρότσι, Γκουαρίνο, Πιέλο Πάολο Βερτζέριο, Κολούτσιο Σαλουτάτι κλπ.). Άλλοι σταματούσαν τα δικά τους μαθήματα και πήγαιναν στη Φλωρεντία να τον παρακολουθήσουν. Ο Μανουήλ Χρυσολωράς ανοίγει λοιπόν θύρες για να μπούμε στην πνευματική ζωή Ιταλίας. Ο ιταλικός ποιητικός λόγος είχε φθάσει στο κορύφωμά του με τον Δάντη, τον Πετράρχη και τον Βοκκάκιο, και ήρθε στην Ιταλία ο Χρυσολωράς για να διευρύνει τον δρόμο αυτόν ακόμα περισσότερο.
 Σπουδαίοι μαθητές του Μανουήλ Χρυσολωρά ήταν κυρίως Ιταλοί (πχ. Ο Πότζιο Μπρατσιολίνι, ο Νικολό Νικόλι). Μάλιστα ο Νικολό Νικόλι, ένας από τους δυο σημαντικούς πολίτες της Φλωρεντίας (ο άλλος ήταν ο πλουσιώτατος Πάλλα Στρότσι) μαζί με τον Πάλλα Στρότσι κάλεσαν τον Χρυσολωρά στη πόλη τους και του εξασφάλισαν την καθηγητική έδρα.
 Η μεγαλύτερη δόξα του Χρυσολωρά είναι ότι ήταν ο δάσκαλος του Λεονάρντο Μπρούνι (1369-1444). Ο Λεονάρντο Μπρούνι υπήρξε σπουδαίο πολιτικό μυαλό, αλλά ήταν προπάντων ο μέγας Ιταλός σοφός των πρώτων 50 χρόνων του ΙΕ' αιώνα, και πραγματικά αυτό ήταν πολύ δύσκολο να επιτευχθεί. Είχε καταφέρει με τις γνώσεις του από τον Χρυσολωρά, όχι μόνο να ήταν συλλέκτης και μελετητής αρχαίων κειμένων, όπως πολλοί άλλοι, αλλά ήταν ο σπουδαιότερος μεταφραστής του αιώνα του, μεταφραστής ελληνικών έργων από τα ελληνικά στα λατινικά. (πχ. έργα αρχαίων ρητόρων, του Δημοσθένη, του Πλάτωνα, του Αισχίνη κλπ.).
 Ο Μανουήλ Χρυσολωράς πρόλαβε χωρίς άλλο να είναι υπερήφανος για τον Λεονάρντο Μπρούνι, αλλά δε φανταζόταν ίσως ότι, μετά το 1415, δηλαδή μετά τα σαρανταέξι  του χρόνια, θα κατακτούσε ο μαθητής του, με νέα πνευματικά βήματα, την πανευρωπαϊκή φήμη που του είχε επιφυλαχθεί. Ελληνικά δίδαξε όχι μόνο στη Φλωρεντία (ως το 1400), αλλά και στη Παβία (στο 1402). Υπηρέτησε τη πατρίδα που κινδύνευε, και ειδικότερα τον αυτοκράτορα Μανουήλ τον Β', όσο μπορούσε καλύτερα. Προσχώρησε όμως, ακολουθώντας το παράδειγμα του παλαιού φίλου του Δημητρίου Κυδώνη, στη δυτική εκκλησία. Τον Σεπτέμβριο του 1413, τον έστειλε ο Πάπας Ιωάννης ο ΚΓ', μαζί με δυο καρδινάλιους (τον Antoine de Chalant και τον Francesco Zabarella), στον αυτοκράτορα Σιγισμόνδο, αρχηγό της σταυροφορίας του 1396, για να συζητήσουν μαζί την προετοιμασία της περίφημης συνόδου της Κωνσταντίας που τάχθηκε να τερματίσει το μέγα εσωτερικό σχίσμα της δυτικής εκκλησίας. Στην Κωνσταντία συνόδευσε, αργότερα, τον ίδιο τον Πάπα. Αυτό, όμως, ήταν το ύστατο επί της γής ταξίδι του. Λίγες μέρες μετά την άφιξή του στις όχθες του Ρήνου, στις 15 Απριλίου του 1415, παράδωσε το πνεύμα του στον Θεό.

Δάντης Αλιγκέρι(1265-1321)


Ιταλός συγγραφέας από τους επιφανέστερους της Ευρωπαϊκής λογοτεχνίας. Συγκαταλέγεται ανάμεσα σε εκείνους τους “αγέρωχους ποιητές”, που δίκαια αποκρίθηκαν από τον Βοκκάκιο “γαλουχημένοι με την φιλοσοφία” καθώς το έργο του θεωρείται αντάξιο των μέγιστων Ελλήνων Ομήρου και Αισχύλου. Το έργο του Δάντη αποτελεί τη μεταβατική περίοδο μεταξύ δύο εποχών: συγκεντρώνει και συγκεφαλαιώνει τον μεσαίωνα και προαναγγέλει την αναγέννηση.

Γεννημένος στην Φλωρεντία, από αρχοντική οικογένεια, από τα πρώτα χρόνια της ζωής του ήρθε αντιμέτωπος με την ιστορία της πόλης του, η οποία γνώρισε αρκετές εμφύλιες διενέξεις προκειμένου να οργανωθεί κάτω από δημοκρατικούς θεσμούς.
Ο νεαρός Δάντης, μελετηρότατος καθώς ήταν, φαίνεται πως είχε κάνει μόνος του τις πρώτες σπουδές του με την καθοδήγηση του λογίου Μπουνέτο Λατίνι, τον οποίο θαύμαζε ιδιαίτερα. Αργότερα φοίτησε στα πανεπιστήμια της Μπολόνιας και της Παντόβας και αποδεδειγμένα η ευρεία μόρφωσή του εμπλούτισε το έργο του. Ο Δάντης μελέτησε τους Λατίνους και κλασσικούς ποιητές που τραγούδησαν τους αυλικούς έρωτες και εκδήλωσε την επιρροή του από τον Αριστοτέλη και τον Βιργίλιο, τους οποίους ονόμασε “οδηγούς”. Στα πλαίσια των σπουδών του και των δυσχερών καταστάσεων που προαναφέρθηκαν, ανέπτυξε πολύμορφη προσωπικότητα: στρατιώτης, κυβερνητικός αξιωματούχος, διπλωμάτης, σχεδιαστής, γιατρός, πολιτικός συγγραφέας μα πάνω απ’ όλα περίφημος τεχνίτης της ιταλικής γλώσσας.

Οι καινοτόμες πολιτικές του ιδέες είχαν ως απόρροια την εξορία του από την Φλωρεντία το 1302, ενώ ταυτόχρονα απειλήθηκε με θάνατο επί της πυράς σε περίπτωση που θα επιχειρούσε να επιστρέψει. Αρχίζει τότε γι’ αυτόν η πολύχρονη εξορία που θα διαρκούσε εως το θάνατό του. Περιπλανιέται σε Παούδα, Πίζα και Παρίσι και φιλοξενείται σε φιλικές οικογένειες στη Βερόνα, τη Λούκα και τη Ραβέννα, τον τελευταίο σταθμό της ζωής του, όπου δουλεύει το εξαίσιο ποίημα Η Θεία Κωμωδία (Divina Commedia).

Ως τότε το έργο του ήταν λιγότερο μεγαλόπνοο χωρίς αυτό να σημαίνει πως δεν συντέλεσε στη δόξα του. Σε νεαρή ηλικία ο Δάντης έκανε ένα σπουδαίο λογοτεχνικό βήμα γράφοντας το αριστούργημα Νέα Ζωή(Vita Nuova γύρω στο 1274). Λατινικά Vita Nuova σημαίνει νεαρή ηλικία. Αλλά στα ιταλικά Vita Nuova σημαίνει νέο ξεκίνημα, δηλαδή ζωή που ανανεώθηκε ύστερα από τη συντέλεση ενός αποφασιστικού γεγονότος. Αναμφισβήτητα, ο Δάντης επιθυμούσε οι δύο σημασίες να αμφιταλαντευθούν δημιουργώντας μια συλλογή , όπου στίχοι και πεζός λόγος συνδυάζονται για να εκφράσουν αυτή τη νέα ζωή της ψυχής που την εμπνέει ο έρωτας, “η δόνηση του ζωικού αυτού πνεύματος που εδρεύει στον πιο μυστικό θόλο της καρδιάς”. Το αφήγημα, στο οποίο δένονται αρμονικά 25 σονέτα, αρχίζει με την πρώτη συνάντηση του ιδίου με τη Βεατρίκη, η οποία αποτέλεσε τον εξιδανικευμένο έρωτα του συγγραφέα, και τελειώνει με τον άδοξο θάνατό της σε μικρή ηλικία. Αυτός ο έρωτάς του για την Βεατρίκη, είναι εκείνος που θα σφραγίσει την ποιητική του μεγαλοφυΐα. Αντίστοιχα, ο θάνατος τη μεταμόρφωσε στη φαντασία του και έγινε γι’ αυτόν η γυναίκα που τον έδεσε για πάντα με τη ζωή του στοχαστή.

Ακολούθησαν τα επίσης σπουδαία έργα του όπως Οι Ρίμες(Canzoniere), μια συλλογή λυρικών, ερωτικών ποιημάτων και το Συμπόσιο(Convivio,γύρω στο 1307), το οποίο γεννήθηκε από την ανάγκη του Δάντη να εκθέσει τις φιλοσοφικές του απόψεις.