ΓΛΥΠΤΙΚΗ

       ΙΤΑΛΙΚΗ ΑΝΑΓΕΝΝΗΣΗ  -  ΓΛΥΠΤΙΚΗ


Σύμφωνα με την παραδοσιακή άποψη, η Αναγέννηση εννοείται ως η ιστορική περίοδος της Ευρώπης που ακολούθησε μετά τους Σκοτεινούς Αιώνες και προηγήθηκε της Μεταρρύθμισης, διαρκώντας περίπου από τον 14ο μέχρι τον 16ο αιώνα.

Η ιταλική Αναγέννηση του 15ου αιώνα περιλαμβάνει την επανασύνδεση της Δύσης με την κλασική αρχαιότητα, την απορρόφηση γνώσης (ειδικά των μαθηματικών), την προσήλωση στο να ζει κανείς καλά στο παρόν (Αναγεννησιακός ουμανισμός) και μια έκρηξη στη μετάδοση της γνώσης ως αποτέλεσμα της προόοδου στην τυπογραφία. Επιπλέον, η εμφάνιση νέων τεχνικών στις καλές τέχνες, την ποίηση και την αρχιτεκτονική είχε ως αποτέλεσμα μια ριζική αλλαγή στο στυλ και το περιεχόμενο των τεχνών και των γραμμάτων. Η ιταλική Αναγέννηση αναφέρεται συχνά ως η αρχή της σύγχρονης εποχής.
Με τον όρο Αναγεννησιακή τέχνη αναφερόμαστε στην καλλιτεχνική παραγωγή κατά την ιστορική περίοδο της Αναγέννησης. Ένα από τα κύρια χαρακτηριστικά της ήταν η ανανέωση των θεμάτων και της αισθητικής στην Ευρώπη. Η καλλιτεχνική παραγωγή την περίοδο αυτή είναι δύσκολο να οριοθετηθεί χρονικά, ωστόσο θεωρούμε πως ξεκίνησε στην Ιταλία τον 15ο αιώνα και διαδόθηκε στην υπόλοιπη Ευρώπη, με διαφορετικούς όμως ρυθμούς και σε διαφορετικό βαθμό ανάλογα με την γεωγραφική περιοχή. Τον 16ο αιώνα έφθασε σε πολλές χώρες στο απόγειό της.
Η Αναγεννησιακή τέχνη δεν χαρακτηρίστηκε από μια επιστροφή στο παρελθόν, αντίθετα, οι νέες τεχνικές σε συνδυασμό με το νέο πολιτικό, κοινωνικό και επιστημονικό πλαίσιο που διαμορφώθηκε εκείνη την εποχή, επέτρεψαν στους καλλιτέχνες να καινοτομήσουν. Επιπλέον, για πρώτη φορά, η τέχνη έγινε ιδιωτική, με την έννοια πως δεν διαμορφωνόταν από τη θρησκευτική ή πολιτική εξουσία, αλλά αποτελούσε προϊόν αποκλειστικά των ίδιων των καλλιτεχνών.

                        

Δαβίδ, γλυπτό του Michelangelo.


Ενώ κατά τη διάρκεια του Μεσαίωνα η γλυπτική περιορίστηκε στα θρησκευτικά θέματα, η περίοδος της Αναγέννησης παρουσίασε μια ανανέωση των θεμάτων και σε αυτή την τέχνη. Κύριως στόχος είναι πλέον ο ρεαλισμός και η πιστή αναπαράσταση της πραγματικότητας. Τα ανάγλυφα υιοθετούν τα θέματα της ελληνικής και ρωμαϊκής μυθολογίας. Τα αγάλματα αποδίδονται τις περισσότερες φορές με πραγματικές ανθρώπινες αναλογίες ή και με μεγαλύτερα μεγέθη, όπως το περίφημο έργο Δαβίδ του Μιχαήλ Άγγελου. Οι καλλιτέχνες προσπαθούν να μιμηθούν τα αρχαία πρότυπα, κυρίως σε ότι αφορά την αναπαράσταση της κίνησης. Επιπλέον τα χάλκινα γλυπτά γνωρίζουν άνθηση. Τα γλυπτά έργα της εποχής δεν εξυπηρετούν αποκλειστικά διακοσμητικούς σκοπούς αλλά αποκτούν τα ίδια καλλιτεχνική οντότητα. Τέλος, οι αναπαραστάσεις του γυμνού ανθρώπινου σώματος δεν αποτελούν πλέον ταμπού όπως γινόταν στο Μεσαίωνα .Σε σύγκριση με τους ζωγράφους, οι γλύπτες της Αναγέννησης, όπως και oι αρχιτέκτονες βρίσκονταν σε πλεονεκτικότερη θέση από τους ζωγράφους γιατί είχαν στον περίγυρό τους τ’ απομεινάρια της ελληνορωμαϊκής γλυπτικής από τα οποία μπορούσαν να αντλήσουν τα στοιχεία που τους χρειάζονταν και που βοήθησαν να απομακρυνθούν τα γοτθικά χαρακτηριστικά.

‘Ενας από τους σπουδαιότερους και πρωτοπόρους γλύπτες των αρχών της Αναγέννησης, είναι ο Λορέντζο Γκιλμπέρτι (1378- 1455). Από τα γνωστά του έργα είναι τα ανάγλυφα σε μπρούντζο στις ονομαστές «Πύλες του Παραδείσου» στον καθεδρικό της Φλωρεντίας. Στις πολυπρόσωπες αφηγηματικές σκηνές από την Παλαιά Διαθήκη οι φιγούρες συχνά θυμίζουν αρχαίες μορφές αλλά και έχουν αυτοί τον καινούριο αέρα του γεμάτου σιγουριά ανθρώπου της αναγέννησης.

Τα αρχιτεκτονικά στις παραστάσεις με τη σωστή τους προοπτική, όπως επίσης και οι φιγούρες που είναι πιο ανάγλυφες στο πρώτο πλάνο και που γίνονται πιο ξέβαθες όσο πάνε στο βάθος -ώστε να σμίγουν με τα ανάλογα άβαθο τοπίο- είναι κατακτήσεις της εποχής. Η όλη προσέγγιση σ’ αυτές τις συνθέσεις φανερώνουν δυνατές επιδράσεις από τη ζωγραφική ώστε να φαίνονται -χωρίς να είναι- αντιγραφές από ζωγραφικούς πίνακες.

0 Ντονατέλο (1386-1466), ακόμα ένας δυναμικός γλύπτης της Αναγέννησης προχωρεί ένα βήμα πιο πέρα. Στα έργα του, όπως στις μορφές των προφητών του, διακρίνει κανείς ένα ενεργητικό και ρωμαλέο στιλ, πλούσιο σε συναίσθημα. Σ’ ένα άλλο γλυπτό μνημειακών διαστάσεων, στον «‘Άγιο Γεώργιο», βλέπουμε ένα νεαρό συνεπαρμένο από κάποια μακρινά όνειρα παρά ένα φοβερό πολεμιστή.

Ξεκόβοντας πάλι από τη μεσαιωνική παράδοση που αποστρέφεται το γυμνό ο Ντονατέλο με το έργο του «Δαβίδ» (1440) είναι μεταξύ των πρώτων που τόλμησε να παρουσιάσει ξανά το γυμνό σώμα, κατά την ελληνορωμαϊκή συνήθεια. Το άγαλμα θυμίζει αρχαίο αθλητή, όπως είναι στεφανωμένος με γιρλάντα από λουλούδια.
 
Γνωστό έργο του είναι επίσης ο έφιππος «Κοντοτιέρος Γκαταμελάτα» (περίπου 1450) που αναβιώνει τον τύπο του έφιππου πολεμιστή (ένα θέμα αγαπητό στους Ρωμαίους) και που αγαπιέται και πάλι στα χρόνια της Αναγέννησης. Μα ο καλλιτέχνης διακρίνεται πρώτα απ’ όλα στην απόδοση ψυχικών καταστάσεων, ουμανιστική προσέγγιση της εποχής, καθώς εκδηλώνεται σε έργα όπως στο «Μαρία Μαγδαληνή» και στην «Αποκαθήλωση».

Ο Αντρέα Βερόκκιο (1435-1488) διακρίνεται για την απόδοση ψυχικών καταστάσεων στα περίτεχνά του γλυπτά.
O «Δαβίδ» (περίπου 1475), νεαρός και λυγερόκορμος στέκεται πάνω από το καταπονεμένο κεφάλι του Γολιάθ με μια έκφραση ψυχικής ικανοποίησης και σιγουριάς, ενώ στο γλυπτό μνημείο «Βαρθολομαίος Κολλεόνε» (1481-1488), ο Βερόκκιο δίνει πολύ παραστατικά το χαρακτηριστικό τύπο του αδίστακτου επαγγελματία πολεμιστή που αναλαμβάνει δίχως δεύτερη σκέψη, με πληρωμή, εργολαβικά, τη διεξαγωγή πολεμικών επιχειρήσεων.

Ο μεγαλύτερος όμως γλύπτης της Αναγέννησης είναι αναμφισβήτητα ο Μικελάντζελο ή Μιχαήλ ‘Αγγελος. Στο έργο του, το ανθρώπινο σώμα, ιδίως το γυμνό, αποθεώνεται και είναι η πρώτη φορά που γίνεται κάτι τέτοιο από τα χρόνια της αρχαιότητας. Το αδρό φτιάξιμο των μυώνων και η τέλεια διάρθρωση του κορμού και των μελών γύρω από ένα στιβαρό και πειστικό κεντρικό άξονα με την καλομελετημένη κίνηση, δίνει στα γλυπτό του, όπως στο «Δαβίδ» (1501-1504) μια μνημειακή και ηρωική αίσθηση όπως επίσης και μια απαιτητική επανεμφάνιση του γυμνού στο προσκήνιο της τέχνης.

Σε συνθέσεις του όπως στο ανάγλυφο «Κενταυρομαχία» (1491-1492), ο αδρός και τολμηρός χειρισμός των όγκων και ιδίως η μυθολογία εντυπωσιάζουν.
Μ’ αυτή τη μαεστρική μεταχείριση των όγκων γίνεται πλήρης εκμετάλλευση του φωτός-σκιάς, ενώ η κίνηση και πλοκή των φιγούρων σε συνδυασμό με το παιγνίδισμα του φωτός, δημιουργούν μια ανήσυχη ενεργητική ατμόσφαιρα, ταιριαστή στο Θέμα.

Ο Μιχαήλ ‘Αγγελος δεν είναι μόνο μεγάλος στο πλάσιμο της εξωτερικής φόρμας αλλά και στην απόδοση ψυχικών καταστάσεων. Στο μνημείο του Τζουλιάνο και Λορέντζο Β’ των Μεδίκων (1525-1530) στη Φλωρεντία οι συμβολικές μορφές του Λυκόφωτος και της Αυγής, της Νύχτας και της Μέρας, όπως επίσης και οι καθιστές μορφές των τιμωμένων νεκρών, εκφράζουν, η καθεμιά, διαφορετικές ψυχικές καταστάσεις, ανάλογα με την περίπτωση. Μάλιστα, στο πολύ γνωστό του έργο «Αιχμάλωτος που Πεθαίνει» (1515-1516) εκφράζεται μια πολύ δυνατή ψυχική κατάσταση, το πάθος, ενώ στην περίφημή του «Πιετά» (1498) το συναίσθημα δίνει τη Θέση του στην πνευματική ανάταση.

 Σημαντικοί γλύπτες:

  Βιβλιογραφία

·         Jacob Burckhardt (1878), The Civilization of the Renaissance in Italy (επανέκδοση 1990: ISBN 0-14-044534-X)