ΜΙΧΑΗΛ ΑΓΓΕΛΟΣ
Ο Μικελάντζελο ντι Λουντοβίκο Μπουοναρότι Σιμόνι (Michelangelo di Lodovico Buonarroti Simoni, 6 Μαρτίου 1475 - 18 Φεβρουαρίου 1564), γνωστός περισσότερο ως Μιχαήλ Άγγελος, ήταν γλύπτης, ζωγράφος, αρχιτέκτονας και ποιητής της Αναγέννησης. Σήμερα αναγνωρίζεται ως ένας από τους σπουδαιότερους δημιουργούς στην ιστορία της τέχνης. Υπήρξε ο μοναδικός καλλιτέχνης της εποχής, του οποίου η βιογραφία εκδόθηκε πριν το θάνατό του, στους Βίους του Τζόρτζιο Βαζάρι, ο οποίος επέλεξε να τον τοποθετήσει στην κορυφή των καλλιτεχνών, χρησιμοποιώντας για τον Μιχαήλ Άγγελο το προσωνύμιο ο θεϊκός (Il Divino). Στα δημοφιλέστερα έργα του ανήκουν οι νωπογραφίες που φιλοτέχνησε για το Παπικό παρεκκλήσιο του Βατικανού (Καπέλα Σιξτίνα), το άγαλμα του Δαβίδ και η Πιετά (αποκαθήλωση) στην Βασιλική του Αγίου Πέτρου, στη Ρώμη.Πίνακας περιεχομένων Νεανικά χρόνια Ο Μιχαήλ Άγγελος γεννήθηκε στις 6 Μαρτίου του 1475, στο Καπρέζε της Ιταλίας, μια κωμόπολη 60 χλμ μακριά από τη Φλωρεντία και που σήμερα, προς τιμή του λέγεται, Καπρέζε Μικελάντζελο. Υπήρξε γιος του Λουντοβίκο ντι Μπουοναρότι ντι Σιμόνι και της Φραντσέσκα ντι Νέρι ντελ Μινιάτο ντι Σιένα. Η οικογένεια Μπουοναρότι είχε καταγωγή από παλαιά φλορεντική οικογένεια και μέλη της είχαν στο παρελθόν καταλάβει σημαντικά αξιώματα. Η οικονομική ευημερία της φαίνεται πως ανατράπηκε στα μέσα του 15ου αιώνα. Το 1474, ο πατέρας του διορίστηκε ως τοποτηρητής (podestà) στην πόλη Κιούζι και αργότερα στο Καπρέζε. Ο Μιχαήλ Άγγελος είχε άλλα τέσσερα αδέρφια ενώ κατά την γέννα του τελευταίου, το 1481, η μητέρα του πέθανε. Αργότερα, η οικογένεια εγκαταστάθηκε στην πόλη Σετινιάνο, κοντά στη Φλωρεντία, όπου ο Λουντοβίκο εμπιστεύτηκε την ανατροφή του Μιχαήλ σε μία παραμάνα. Παρά την εμφανή κλίση του στη ζωγραφική και κατόπιν επιθυμίας του πατέρα του, σπούδασε αρχικά υπό την καθοδήγηση του ουμανιστή Φραντσέσκο ντ' Ουρμπίνο, αλλά το 1487 ξεκίνησε ως μαθητευόμενος στο εργαστήριο ζωγραφικής του Ντομένικο Γκιρλαντάγιο. Εκεί ήρθε σε επαφή με την τεχνική της νωπογραφίας και εξασκήθηκε στο σχέδιο. Θεωρείται πιθανό πως ο Μιχαήλ Άγγελος παρέμεινε στο εργαστήριο του Γκιρλαντάγιο στην διάρκεια τριών ετών μαθητείας, σύμφωνα με σχετική σύμβαση που είχε υπογράψει ο πατέρας του το 1488, ωστόσο υπήρξε σε μεγάλο βαθμό αυτοδίδακτος. Επισκεπτόμενος τον Κήπο των Μεδίκων, όπου διατηρείτο σημαντική συλλογή από αρχαία γλυπτά υπό την εποπτεία του γλύπτη Μπρετόλντο ντι Τζοβάνι, διδάχθηκε την τέχνη της γλυπτικής ενώ παράλληλα γνώρισε τον Λορέντσο των Μεδίκων, επιφανή άρχοντα της Φλωρεντίας, ο οποίος τον εισήγαγε στην αυλή του. Εκπαιδεύτηκε δίπλα στους γιους του Λορέντσο, ενώ συνδέθηκε με τον Μαρσίλο Φιτσίνο και τον ποιητή Άντζελο Πολιτσιάνο καθώς και τις ιδέες του νεοπλατωνισμού. Σε αυτή την περίοδο, ο Μιχαήλ Άγγελος ολοκλήρωσε δύο μαρμάρινα ανάγλυφα, την Παναγία της Σκάλας (1490-1492) και την Μάχη των Κενταύρων (1491-1492), έργο κατά παραγγελία του Λορέντσο και βασισμένο σε ένα θέμα που πρότεινε ο Πολιτσιάνο. Μετά το θάνατο του Λορέντσο, στις 8 Απριλίου του 1492, και αφού επέστρεψε για ένα διάστημα στο πατρικό του σπίτι, στη συνέχεια φιλοξενήθηκε στο μοναστήρι του Σάντο Σπίριτο (Santo Spirito), όπου του δόθηκε η δυνατότητα να αποκτήσει γνώσεις ανατομίας, μελετώντας τα πτώματα του γειτονικού νοσοκομείου. Σε ανταπόδοση της φιλοξενίας, ο Μιχαήλ Άγγελος φιλοτέχνησε έναν ξυλόγλυπτο Εσταυρωμένο (1493), έργο το οποίο δώρισε στο μοναστήρι. Στην ίδια χρονική περίοδο ανήκει και το πρώτο ίσως πολύ σημαντικό γλυπτό του, ο Ηρακλής, έργο που αρχικά τοποθετήθηκε στο Παλάτσο Στρότσι αλλά αργότερα μεταφέρθηκε στη Γαλλία όπου πιθανά καταστράφηκε τον 18ο αιώνα. Ο Μιχαήλ Άγγελος παρέμεινε στην υπηρεσία των Μεδίκων, μετά την ανάληψη της εξουσίας από τον γιο του Λορέντσο, τον Πιέρο των Μεδίκων, ωστόσο το καθεστώς του επρόκειτο να καταρεύσει μετά από την άνοδο του μοναχού Τζιρόλαμο Σαβοναρόλα και της απήχησης των κηρυγμάτων του. Υπό τον φόβο αντιποίνων, ως ευνοούμενος των Μεδίκων, ο Μιχαήλ Άγγελος εγκατέλειψε την Φλωρεντία και αφού έμεινε για ένα διάστημα στη Βενετία, εγκαταστάθηκε αργότερα στη Μπολόνια. Εκεί εξασφάλισε μία σημαντική παραγγελία για την ολοκλήρωση τριών ημιτελών γλυπτών, για την εκκλησία του Σαν Ντομένικο. Παρέμεινε στη Μπολόνια για περισσότερο από ένα χρόνο και επέστρεψε στη Φλωρεντία το Νοέμβριο του 1495. Ο Μιχαήλ Άγγελος, σε αντίθεση με τον Λεονάρντο ντα Βίντσι που θεωρούσε τον Σαβοναρόλα φανατικό, επηρεάστηκε από τα κηρύγματά του, τα οποία ενδεχομένως να συνέβαλαν στην θρησκευτική του συγκρότηση. Ρώμη Στις 26 Ιουνίου του 1496, επισκέφτηκε τη Ρώμη. Νωρίτερα, είχε φιλοτεχνήσει έναν μαρμάρινο ερωτιδέα, του οποίου όμως η θεματολογία έκανε αδύνατη την πώλησή του, στο καθεστώς της Φλωρεντίας του Σαβοναρόλα. Για το λόγο αυτό, ο Λορέντσο Ποπολάνο, συγγενής των Μεδίκων, πρότεινε να αλλοιώσει τα χαρακτηριστικά του έργου ώστε να φαίνεται ως αρχαία δημιουργία. Με αυτό τον τρόπο πωλήθηκε στον καρδινάλιο Ραφαέλε Ριάριο, ο οποίος - όταν αργότερα αποκαλύφθηκε η αλήθεια - προσκάλεσε τον Μιχαήλ Άγγελο στη Ρώμη προκειμένου να γνωρίσει τον ταλαντούχο καλλιτέχνη. Στη Ρώμη, ο Μικελάντζελο φιλοτέχνησε ένα Βάκχο μετά από παραγγελία του Ριάριο, ενώ αργότερα ανέλαβε την δημιουργία της πιετά (αποκαθήλωση) του Βατικανού, στην Βασιλική του Αγίου Πέτρου, έργο που απεικονίζει την Παναγία να κρατά στα χέρια της το σώμα του Χριστού μετά τη σταύρωση. H πιετά συνέβαλε καθοριστικά στην καταξίωσή του, ενώ αποτελεί και το μοναδικό έργο που φέρει την υπογραφή του Μικελάντζελο, ο οποίος φρόντισε να χαράξει τις λέξεις MICHEL ANGELUS BONAROTUS FLORENT FACIBAT. Ο Μιχαήλ Άγγελος έμεινε στην πόλη της Ρώμης για περίπου πέντε χρόνια και στη συνέχεια επέστρεψε στην Φλωρεντία, η οποία προερχόταν από μία περίοδο πολιτικής αστάθειας μετά την καταδίκη του Σαβοναρόλα. Χάρη στη φήμη που είχε αποκτήσει στη Ρώμη, ανέλαβε αρκετές παραγγελίες έργων. Μεταξύ αυτών ξεχωρίζει η ανάθεση του Δαβίδ, για τον καθεδρικό ναό της Φλωρεντίας, ενός μαρμάρινου γλυπτού μεγάλων διαστάσεων. Το έργο ολοκληρώθηκε το 1504 προσδίδοντας μεγάλο κύρος στο Μικελάντζελο. Αποτέλεσε παράλληλα σύμβολο της νέας Φλωρεντιανής δημοκρατίας, με αποτέλεσμα να τοποθετηθεί τελικά στην Πιάτσα ντελα Σινιορία (Plazza della Signoria) μπροστά από το Παλάτσο Βέκιο (Palazzo Vecchio). Cappella Sistina Το 1505, ο Μιχαήλ Άγγελος επέστρεψε στη Ρώμη μετά από πρόσκληση του νέου Πάπα Ιουλίου Β΄, ο οποίος του ανέθεσε τη δημιουργία ενός επιβλητικού μαυσωλείου. Το έργο αυτό τελικά έμεινε ημιτελές, ωστόσο κατά τη διάρκεια της επεξεργασίας του, ο Μικελάντζελο αναλάμβανε παράλληλα και άλλες παραγγελίες. Μία από αυτές αφορούσε στην διακόσμηση του θόλου του Παπικού Παρεκκλησίου (Καπέλα Σιξτίνα), με νωπογραφίες των δώδεκα Αποστόλων. Ο Μιχαήλ Άγγελος αντιπρότεινε ένα περισσότερο σύνθετο και φιλόδοξο εγχείρημα, δημιουργώντας τελικά, σε διάστημα τεσσάρων ετών (1508-1512), περισσότερες από 300 βιβλικές φιγούρες και άλλες θρησκευτικές παραστάσεις, όπως σκηνές από την Γένεση, την ιστορία του Νώε ή τη Δευτέρα Παρουσία. Τα τέσσερα αυτά χρόνια, λέγεται, οτι ο Μικελάντζελο δεν βγήκε από την Καπέλα Σιξτίνα παρά ελάχιστα και δεν επέτρεψε σε κανέναν να δει το έργο του, δημιουργώντας έτσι μια αναστάτωση, μια φήμη και πλήθος κόσμου σύρρεε έξω απο το Παρεκκλήσι. Σημαντική καινοτομία υπήρξε επίσης η απεικόνιση θεμάτων που προέρχονταν από την αρχαία ελληνική και ρωμαϊκή παράδοση, χωρίς άμεση σχέση με την χριστιανική θρησκεία, όπως οι Σίβυλλες. Ο θόλος ήταν τόσο ψηλά που επινόησε μία τεχνοτροπία. Ζωγράφισε παραμορφωμένες τις φιγούρες, έτσι ώστε ο θεατής που βρισκόταν αρκετα μέτρα πιο κάτω να τις έβλεπε κανονικές. Στις αρχές του 1513 σημειώθηκε ο θάνατος του Ιουλίου Β΄ και ο διάδοχος του, Λέων Ι΄ του ανέθεσε την ανακατασκευή της πρόσοψης της εκκλησίας του Σαν Λορέντσο, στη Φλωρεντία. Εργάστηκε για το σκοπό αυτό για τρία χρόνια, ωστόσο ο πάπας τελικά απέρριψε το σχέδιο. Στη συνέχεια ανέλαβε την ανέγερση ενός νέου σκευοφυλακίου για την ίδια εκκλησία, με σκοπό να περιέχει τους τάφους του Λορέντσο του Μεγαλοπρεπή, του αδελφού του Τζουλιάνο καθώς και των ομώνυμων πρόωρα χαμένων δουκών. Ο θάνατος του πάπα, το 1521 και η άνοδος του Αδριανού ΣΤ΄ αναστέλουν προσωρινά τις εργασίες, οι οποίες συνεχίστηκαν όταν στον παπικό θρόνο ανέβηκε ο Κλήμης Ζ΄. Αν και το έργο έμεινε ημιτελές, αποτελεί σημαντικό δείγμα της συνύπαρξης της αρχιτεκτονικής με τη γλυπτική, σύμφωνα με το καλλιτεχνικό όραμα του Μιχαήλ Άγγελου. Το 1528, του ανατέθηκε σημαντικός ρόλος για την υπεράσπιση της πόλης, απέναντι στα στρατεύματα του Καρόλου Ε΄ και ανέλαβε επόπτης των έργων οχύρωσής της. Πριν την πολιορκία της πόλης, κατέφυγε στη Γαλλία, προσκεκλημένος του Φραγκίσκου Α΄, με αποτέλεσμα να χαρακτηριστεί λιποτάκτης, ωστόσο πολύ σύντομα υπέβαλε αίτηση επιστροφής, η οποία έγινε δεκτή. Στις 12 Αυγούστου του 1530, η Φλωρεντία υπέγραψε συνθηκολόγηση, ενώ μετά την επιστροφή των Μεδίκων, ο Μιχαήλ Άγγελος παρέμεινε στην πόλη, συνεχίζοντας το έργο του πάνω στο σκευοφυλάκιο καθώς και στην Λαυρεντιανή Βιβλιοθήκη. Τελευταία χρόνια Στις αρχές της δεκαετίας του 1530, επισκέφτηκε εκ νέου τη Ρώμη πραγματοποιώντας προσπάθεια να ολοκληρώσει τον Τάφο του Ιούλιου Β'. Οι εργασίες διακόπηκαν την περίοδο 1534-1541, όταν ανέλαβε να ζωγραφίσει την Δευτέρα Παρουσία στην Καπέλα Σιξτίνα. Στα τελευταία χρόνια της εξουσίας του πάπα Παύλου Γ', ανέλαβε επίσης μία σειρά από αρχιτεκτονικά έργα, με σημαντικότερα ίσως αυτά που αφορούσαν την αναμόρφωση της πλατείας του Καπιτωλίου και το Παλάτσο Φαρνέζε. Το 1546, διορίστηκε υπεύθυνος αρχιτέκτονας για την ολοκλήρωση της κατασκευής της βασιλικής του Αγίου Πέτρου. Τα σχέδια που ακολουθήθηκαν ανήκαν στον Ντονάτο Μπραμάντε, ωστόσο ο Μιχαήλ Άγγελος σχεδίασε το θόλο της, η κατασκευή του οποίου ολοκληρώθηκε πριν το θάνατό του, αν και η τοποθέτησή του έλαβε χώρα μεταγενέστερα. Πέθανε στις 18 Φεβρουαρίου του 1564. Σύμφωνα με τον Βαζάρι, διατύπωσε τη διαθήκη του λέγοντας πως αφήνει "την ψυχή του στο Θεό, το σώμα του στη γη και τα υλικά αγαθά στους πιο κοντινούς συγγενείς". Η σορός του εναποτέθηκε σε μία σαρκοφάγο στην Εκκλησία των Αγίων Αποστόλων στη Ρώμη, αλλά μετά από λίγες ημέρες, ο ανηψιός του, Λιονάρντο Μπουανόρι, ενορχήστρωσε την κλοπή της, μεταφέροντας το λείψανο στην Βασιλική του Αγίου Σταυρού (Santa Croce) της Φλωρεντίας, εκπληρώνοντας σχετική επιθυμία του ίδιου του Μιχαήλ Άγγελου. Αναγέννηση Σύμφωνα με την παραδοσιακή άποψη, η Αναγέννηση εννοείται ως η ιστορική περίοδος της Ευρώπης που ακολούθησε μετά τους Σκοτεινούς Αιώνες και προηγήθηκε της Μεταρρύθμισης, διαρκώντας περίπου από τον 14ο μέχρι τον 16ο αιώνα. Η ιταλική Αναγέννηση του 15ου αιώνα περιλαμβάνει την επανασύνδεση της Δύσης με την κλασική αρχαιότητα, την απορρόφηση γνώσης (ειδικά των μαθηματικών), την προσήλωση στο να ζει κανείς καλά στο παρόν (Αναγεννησιακός ουμανισμός) και μια έκρηξη στη μετάδοση της γνώσης ως αποτέλεσμα της προόοδου στην τυπογραφία. Επιπλέον, η εμφάνιση νέων τεχνικών στις καλές τέχνες, την ποίηση και την αρχιτεκτονική είχε ως αποτέλεσμα μια ριζική αλλαγή στο στυλ και το περιεχόμενο των τεχνών και των γραμμάτων. Η ιταλική Αναγέννηση αναφέρεται συχνά ως η αρχή της σύγχρονης εποχής. Σύγχρονοι ιστορικοί εξετάζουν κατά πόσον είναι υπερβολικοί οι ισχυρισμοί για την νεωτερικότητα της περιόδου αυτής καθώς επίσης τους λόγους για τους οποίους θεωρούνται «σκοτεινότεροι» οι προηγούμενοι αιώνες, θεωρώντας την Αναγέννηση ως πολιτιστικό πρόγραμμα ή κίνημα που βασίστηκε στον ουμανισμό και τον κλασικισμό παρά ως μια αυτόνομη ιστορική περίοδο.
ΤΙΤΣΙΑΝΟ
•
Ελληνισμός & Ιταλική Αναγέννηση
•
Τιτσιάνο (1485-1576)
•
Τιτσιάνο(βιογραφία)
O Τιτσιάνο Βετσέλιο (Tiziano Vecellio ή Vecelli, π. 1485/90 - 27 Αυγούστου 1576),
ευρύτερα γνωστός ως Τιτσιάνο, ήταν Ιταλός ζωγράφος της Αναγέννησης. Ανήκει στη σχολή της Βενετίας και θεωρείται ένας από τους σπουδαιότερους ζωγράφους της[1], του οποίου το έργο αντιπροσωπεύει τη μετάβαση από την παράδοση του 15ου αιώνα στην τεχνοτροπία που υϊοθετήθηκε κατά τον 16ο. Επηρέασε σημαντικούς ζωγράφους του επόμενου αιώνα, όπως τον Ρούμπενς και τον Βελάσκεθ[2]. Διακρίθηκε εξίσου σε ένα ευρύ φάσμα θεμάτων, φιλοτεχνώντας προσωπογραφίες, αλληγορίες, θρησκευτικά έργα, ιστορικές και μυθολογικές σκηνές.
Καταγόταν από ευυπόληπτη οικογένεια, αρκετά μέλη της οποίας ασχολήθηκαν
επίσης με τη ζωγραφική. Ο ίδιος εκπαιδεύτηκε στο εργαστήριο του Τζιοβάνι Μπελίνι και τα πρώιμα έργα του εμφανίζουν έντονες επιδράσεις από το ύφος του Τζορτζόνε. Έζησε και εργάστηκε κατά το μεγαλύτερο μέρος της ζωής του στη Βενετία, ωστόσο η πληθώρα παραγγελιών που ανέλαβε για βασιλείς και άλλους ευγενείς της ιταλικής επικράτειας, ευνόησε τη διάδοση της φήμης του πέρα από τα σύνορα της γενέτειράς του. Υπήρξε ένας από τους πλέον διακεκριμένους ζωγράφους της εποχής του, που έχαιρε μεγάλης αναγνώρισης. Στο εργαστήριο του μαθήτευσε πιθανότατα ο Δομήνικος Θεοτοκόπουλος και ο Τζιάκοπο Τιντορέτο, αν και είναι εν γένει δύσκολο να αναγνωριστούν συνεχιστές του έργου του.
Εκπαίδευση και πρώιμα έργα
•
Η ημερομηνία γέννησης του Τιτσιάνο δεν είναι γνωστή με βεβαιότητα, ωστόσο είναιευρύτερα αποδεκτό μεταξύ των σύγχρονων ιστορικών, πως τοποθετείται κατά την περίοδο1488-90[1], αν και για ένα μεγάλο χρονικό διάστημα, ως έτος γέννησής του θεωρούνταν το1477। Το ζήτημα της ημερομηνίας γέννησής του έχει αποτελέσει αντικείμενο διαφωνιώνκαι αντιφάσεων μεταξύ των ιστορικών. Μία από τις παλαιότερες γραπτές αναφορές στονΤιτσιάνο ανήκει στον Ludovico Dolce και περιέχεται στο έργο του L'Aretino, o dialogo della pittura που εκδόθηκε στη Βενετία το 1557, σε μία περίοδο ακμής του Τιτσιάνο. Ο Dolceτον περιέγραψε ως «νεαρό άνδρα» (ιταλ.: e giovanetto), κατά την περίοδο που ανέλαβετην πρώτη του δημόσια παραγγελία για μία ελαιογραφία (π. 1516), χαρακτηρισμόςπου θεωρείται πως δύσκολα θα αποδιδόταν σε έναν άνδρα άνω των τριάντα ετών καικατ' επέκταση τοποθετεί τη γέννηση του μετά το 1486[3]. Στη δεύτερη έκδοση των Βίων,ο Τζόρτζιο Βαζάριτοποθέτησε τη γέννησή του το 1480[4], αν και σύμφωνα με άλλεςπεριγραφές του Βαζάρι, μπορεί να μετατοπιστεί και στο διάστημα 1489-90[5]. O ίδιοςο Τιτσιάνο, σε μία επιστολή του 1571 προς τον Φίλιππο Β' της Ισπανίας, αναφέρει πωςήταν τότε ενενήντα πέντε ετών, γεγονός που αν αληθεύει οδηγεί στο συμπέρασμα πωςγεννήθηκε το 1476. Νεότεροι συγγραφείς, όπως ο Τιτσιανέλο (Compendio, 1622) και οΚάρλο Ριντόλφι (Meraviglie dell' Arte, 1648) συμφώνησαν με το έτος 1477 ως έτος γέννησης του Τιτσιάνο. Το πιστοποιητικό θανάτου του, στην κοινότητα San Canciano της Βενετίας,αναφέρει πως πέθανε το 1576 σε ηλικία 103 ετών, τοποθετώντας τη γέννησή του στα 1473.Αυτή η εκδοχή προσκρούει στο γεγονός πως δεν διαθέτουμε χρονολογημένα έργα του στατέλη του 15ου αιώνα[6], όπως θα ήταν αναμενόμενο με βάση την ηλικία του.
Γεννήθηκε στο ιταλικό χωριό των Βενετικών Άλπεων, Πιέβε ντι Καντόρε, βόρεια τηςΒενετίας και σε μικρή απόσταση από το Τυρόλο της Αυστρίας। Ήταν γιος του Γκρεγκόριοντι Κόντε ντέι Βετσέλι, με καταγωγή από ευυπόληπτη οικογένεια, εξέχων μέλος της οποίαςυπήρξε ο Κόμης Βετσέλιο, κυβερνήτης της κοινότητας του Καντόρε από το 1458 μέχριτο 1513। Ο πατέρας του κατείχε επίσης δημόσια αξιώματα και διακρίθηκε ως διοικητήςτου στρατού της κοινότητας. Σε ηλικία εννέα ή δέκα ετών, ο Τιτσιάνο εγκαταστάθηκεστην πόλη της Βενετίας και μαθήτευσε μαζί με τον αδελφό του κοντά στον ζωγράφοΣεμπαστιάνο Τσουκάτι, περισσότερο γνωστός ως δημιουργός μωσαϊκών, πριν μεταπηδήσειστο εργαστήριο του Τζιοβάνι Μπελίνι, ενός από τους σημαντικότερους και διασημότερουςζωγράφους της εποχής. Υπό την επίβλεψη του Μπελίνι μαθήτευσαν την ίδια περίοδο καιάλλοι διακεκριμένοι καλλιτέχνες, όπως ο Λορέντσο Λότο και ο Σεμπαστιάνο Λουτσιάνι,μετέπειτα γνωστός ως Σεμπαστιάνο ντελ Πιόμπο. Ο Τιτσιάνο συναναστράφηκε επίσηςμε τον Τζορτζόνε και σύμφωνα με τον Τζόρτζιο Βαζάρι, οι δύο ζωγράφοι συνεργάστηκανμε σκοπό τη δημιουργία ορισμένων νωπογραφιών για τη Γερμανική Αποθήκη (Fondaco dei Tedeschi), οι οποίες είναι σήμερα σχεδόν ολοσχερώς κατεστραμμένες και τμήματατους φιλοξενούνται στο Ca’ d’Oro. Ο Τιτσιάνο ανέλαβε μέρος του έργου για την εξωτερικήπρόσοψη της Γερμανικής Αποθήκης, ακολουθώντας την τεχνοτροπία του Τζορτζόνε τόσοπιστά ώστε να μην διακρίνονται έντονες διαφορές μεταξύ των ξεχωριστών τμημάτωνπου φιλοτέχνησαν. Σύμφωνα με μία ανεκδοτολογική αναφορά του Βαζάρι, ο Τζορτζόνεδέχθηκε συγχαρητήρια για τις νωπογραφίες που είχε φιλοτεχνήσει ο Τιτσιάνο, οι οποίεςθεωρήθηκαν μάλιστα ανώτερες από άλλες που ήταν πράγματι έργα του Τζορτζόνε, γεγονόςπου οδήγησε στη διακοπή της συνεργασίας και της φιλίας τους[7]. Ο Dolce επιβεβαίωσεμεταγενέστερα την αναφορά του Βαζάρι, αντίθετα ο Τιτσιανέλο την αντέκρουσε[8]. Οινωπογραφίες για τη Γερμανική Αποθήκη συνιστούν ενδεχομένως το παλαιότερο δείγμαγραφής του Τιτσιάνο, ωστόσο αρκετοί ιστορικοί χρονολογούν ορισμένους πίνακές του πριντο 1509[9]. Εν γένει, τo πρώιμο έργο του Τιτσιάνο είναι δύσκολο να καθοριστεί με ακρίβεια,καθώς λίγοι πίνακες είναι χρονολογημένοι και επιπλέον αρκετοί από αυτούς συγχέονταιμε έργα άλλων σύγχρονων καλλιτεχνών όπως των Τζούλιο Κάμπι, Τζιοβάνι Καριάνι καιΤζορτζόνε[2].
Στα παλαιότερα σωζόμενα και χρονολογημένα με ακρίβεια έργα του ανήκουντρεις νωπογραφίες με θέμα το βίο του Αγίου Αντωνίου, για την ομώνυμη εκκλησία τηςΠάδοβας, για τις οποίες διαθέτουμε αναφορές από το 1511। Τα πρώιμα έργα του Τιτσιάνοφανερώνουν ομοιότητες με εκείνα του Τζορτζόνε, σε τέτοιο βαθμό ώστε να είναι συχνάδύσκολο να διακριθούν μεταξύ τους[1]. Η επίδραση του Τζορτζόνε είναι εμφανής και στουςπρώτους μυθολογικούς ή αλληγορικούς πίνακες τού Τιτσιάνο. Μεταξύ αυτών ξεχωρίζει τοέργο Ιερός και επίγειος Έρωτας (π. 1514, Galleria Borghese), πιθανότατα κατά παραγγελίατων οικογενειών Αουρέλιο και Μπαγκαρέτο, με αφορμή το γάμο μεταξύ μελών τους που έγινε το 1514.
Το αλληγορικό μήνυμα του πίνακα δεν είναι ξεκάθαρο, ωστόσο σύμφωνα μετην ευρύτερα αποδεκτή ερμηνεία, οι γυναίκες που απεικονίζονται συμβολίζουν τιςδίδυμες Αφροδίτες, σύμφωνα με τα νεοπλατωνικά ιδεώδη[1]. Στην ίδια περίπου χρονικήπερίοδο ανήκει και μία από τις πρώτες σημαντικές αλληγορικές συνθέσεις του, Οι τρεις ηλικίες του ανθρώπου (1512-14, Εθνική Πινακοθήκη Σκωτίας), που επίσης ακολουθεί ταπρότυπα του Τζορτζόνε.
•
Ώριμη περίοδος (1516 - π. 1540)
O ξαφνικός θάνατος του Τζορτζόνε το 1510 και του Μπελίνι τέσσερα χρόνια αργότερα,σε συνδυασμό με την εγκατάσταση στη Ρώμη, ενός ακόμα ανταγωνιστή του, τούΣεμπαστιάνο ντελ Πιόμπο, ευνόησε τα επόμενα χρόνια την ανέλιξη του Τιτσιάνο[10], oοποίος ανέλαβε την ολοκλήρωση αρκετών σημαντικών παραγγελιών που είχαν ανατεθείαρχικά στον Τζορτζόνε[11], αναλαμβάνοντας επίσης τη θέση του Μπελίνι ως επίσημουζωγράφου της Ενετικής Δημοκρατίας. Ανάμεσα στους σημαντικότερους θρησκευτικούςπίνακες που φιλοτέχνησε, κατά την περίοδο αυτή, ανήκει η Ανάληψη της Παρθένου (1516-8), έργο που ολοκλήρωσε για την Αγία Τράπεζα της εκκλησίας Sta. Maria Gloriosa dei Frariστη Βενετία. Το εντυπωσιακό μέγεθος του έργου, που έφθανε περίπου τα επτά μέτρασε ύψος, αλλά και ο δυναμισμός της σύνθεσης προκάλεσαν τον έντονο θαυμασμό τωνθεατών.
Ο Τιτσιάνο επηρεάστηκε πιθανώς από τη συνάντησή του, το 1516, με τον ΦραΜπαρτολομέο, ο οποίος φιλοτέχνησε αρκετές μεγάλης κλίμακας δραματικές συνθέσεις, τηςίδιας θεματολογίας, επηρεασμένος με τη σειρά του από τις νωπογραφίες του Ραφαήλ καιτουΜιχαήλ Άγγελου[2]. Αξιοσημείωτη είναι επίσης η σύνθεση που αναπαριστάτην Παναγία και το θείο βρέφος σε θρόνο μαζί με Αγίους και μέλη της οικογένειας Πέζαρο,(Pesaro Madonna, 1519–26, in situ). Σε αυτή την εικόνα, ο Τιτσιάνο εισήγαγε ένα νέο τύποσύνθεσης που ακολούθησαν μεταγενέστερα αρκετοί ζωγράφοι της Αναγέννησης, ενώαποτέλεσε πρότυπο και για καλλιτέχνες της μπαρόκ περιόδου, όπως ο Ρούμπενς.
Τόσο στις συνθέσεις για την εκκλησία του Frari, όσο και σε άλλους πίνακες πουφιλοτέχνησε την ίδια εποχή, διαφαίνεται η επίδραση των Ραφαήλ και Μιχαήλ Άγγελου,αν και δεν υπάρχουν στοιχεία που να βεβαιώνουν πως ο Τιτσιάνο είχε ταξιδέψει μέχριεκείνη την περίοδο στη Ρώμη. Χαρακτηριστικό παράδειγμα θεωρείται η σύνθεση H Παναγία με το θείο βρέφος και τους Αγίους Φραγκίσκο και Αλβίζε με τον παραγγελιοδότη Αλβίζε Γκότσι (1520, Museo Civico Ανκόνας), έργο που παραπέμπει στην Παναγία του Foligno (1511-2) τού Ραφαήλ. Από το έργο του Τιτσιάνο διαφαίνεται πως ήταν γνώστης τωνσύγχρονων εξελίξεων της ύστερης αναγεννησιακής τέχνης στη Ρώμη και στη Φλωρεντία,πιθανότατα μέσα από αντίγραφα έργων[12]. Στις σημαντικότερες πρώιμες θρησκευτικέςσυνθέσεις του ανήκει επίσης το έργο O θάνατος του Αγίου Πέτρου τού Μάρτυρα (π. 1526-30) που φιλοτέχνησε για την εκκλησία των Αγίων Ιωάννη και Παύλου στη Βενετία. Ηπρωτότυπη σύνθεση καταστράφηκε το 1867, ωστόσο το έργο είναι γνωστό από αντίγραφακαι φαίνεται πως προκάλεσε το θαυμασμό, εδραιώνοντας τη φήμη του Τιτσιάνο[13].Σύμφωνα με τον Βαζάρι, αποτελούσε το κορυφαίο έργο του, ενώ ιδιαίτερη μνεία σε αυτό
έκανε και ο λόγιος Πιέτρο Αρετίνο σε επιστολή του προς τον Φλωρεντινό καλλιτέχνηΤρίμπολο[14]. Κατά τον Paolo Pino (Dialogo di pittura, 1548), o Τιτσιάνο ανέλαβε τηνπαραγγελία κατόπιν διαγωνισμού, στον οποίο συμμετείχε επίσης ο Πάλμα Βέκιο
Μεταγενέστερο είναι το έργο που ολοκλήρωσε για το παλάτι των Δόγηδων (Palazzo Ducale) στη Βενετία, το μεγαλύτερο μέρος του οποίου καταστράφηκε το 1577. ΟΤιτσιάνο ανέλαβε το 1513 και φιλοτέχνησε τη Μάχη του Σπολέτο (ή Μάχη του Καντόρε,π. 1538/40), έργο που σήμερα είναι γνωστό μέσα από αντίγραφα, χαρακτικά καιπροσχέδια (Μουσείο του Λούβρου). Η σύνθεση εμφανίζει ομοιότητες με τη Μάχη του Ανγκιάρι τού Λεονάρντο ντα Βίντσι και τη Νίκη του Κωνσταντίνου στη μάχη της Μιλβίας γέφυρας (Sala di Costantino, Βατικανό) τού Ραφαήλ, και αποτέλεσε πηγή έμπνευσηςγια μεταγενέστερες συνθέσεις του Ρούμπενς, με σκηνές μαχών[2]. Η φήμη του Τιτσιάνοεξαπλώθηκε σύντομα πέρα από τα σύνορα της Βενετίας και από την άνοιξη του 1516,ανέλαβε να φιλοτεχνήσει μια σειρά μυθολογικών έργων που θα τοποθετούνταν στιςνέες αίθουσες του κάστρου τού Δούκα της Φεράρα, Αλφόνσο Α'. Για τις ανάγκες του, οΑλφόνσο Α' είχε αναθέσει διαφορετικά θέματα σε ορισμένους από τους κορυφαίουςζωγράφους της εποχής, αποκτώντας έργα του Ντόσο Ντόσι και του Τζιοβάνι Μπελίνι. Στοίδιο πρόγραμμα συμμετείχαν οι Ραφαήλ και Φρα Μπαρτολομέο, οι οποίοι ωστόσο δενπρόλαβαν να ολοκληρώσουν τα έργα τους. Ο Τιτσιάνο φιλοτέχνησε δύο από τους πίνακεςτου, τη Λατρεία της Αφροδίτης και το έργο Βάκχος και Αριάδνη (Εθνική Πινακοθήκη,Λονδίνο), βασισμένος σε προγενέστερα ημιτελή σχέδια των δύο ζωγράφων. Της ίδιαςπεριόδου είναι και ο πίνακας Η γιορτή των Θεών(Εθνική Πινακοθήκη, Ουάσινγκτον) τουΜπελίνι, τον οποίο επεξεργάστηκε ο Τιτσιάνο προκειμένου να εναρμονιστεί με τις δικές τουδημιουργίες.
Στις αρχές του 1530 ξεκίνησε το έργο του για τη βασιλική αυλή του Ουρμπίνο,προσφέροντας τις υπηρεσίες του στο δούκα Φραντσέσκο Μαρία Α', φιλοτεχνώντας κυρίωςπροσωπογραφίες. Αξιοσημείωτη σύνθεση αυτής της περιόδου είναι η Αφροδίτη του Ουρμπίνο (Ουφίτσι, Φλωρεντία), έργο που βασίστηκε στην Κοιμωμένη Αφροδίτη (π. 1510)του Τζορτζόνε. Ο Τιτσιάνο διατήρησε τη στάση της γυμνής Αφροδίτης που καθιέρωσε οΤζορτζόνε, επιλέγοντας όμως να αναπαραστήσει μία καθημερινή σκηνή, τοποθετώνταςτο θέμα του σε μία αίθουσα παλατιού. Με αυτό τον τρόπο, απέδωσε την Αφροδίτηπερισσότερο ως μία κοινή γυναίκα και λιγότερο ως θεά της μυθολογίας[2]. Στη σύνθεσητου Τιτσιάνο βασίστηκε αργότερα ο Εντουάρ Μανέ, για τον πίνακα Ολυμπία(1853)[15]. Σταμέσα του 16ου αιώνα, ο Τιτσιάνο είχε σημαντική συμβολή στην εξέλιξη του είδους τηςπροσωπογραφίας. Εισήγαγε νέες στάσεις του εικονιζόμενου προσώπου, ενώ καθιέρωσετα ημίσωμα ή και ολόσωμα πορτρέτα, επιτρέποντας με αυτό τον τρόπο την ενσωμάτωσηπερισσότερων στοιχείων στη σύνθεση της προσωπογραφίας, όπως για παράδειγμακαθημερινά αντικείμενα ή άλλα πρόσωπα που απεικονίζονταν σε δεύτερο επίπεδο.Στις πρώτες προσωπογραφίες που φιλοτέχνησε κατά τις δεκαετίες του 1520 και 1530,απεικόνισε την ιταλική αριστοκρατία. Σημαντικός σταθμός για το έργο του θεωρείται ηπερίοδος κατά την οποία ταξίδεψε στη Μπολόνια και φιλοτέχνησε προσωπογραφίες τουαυτοκράτορα Καρόλου Ε'. Το 1533, ο Κάρολος Ε' έχρισε τον Τιτσιάνο ιππότη και τον διόρισεως αποκλειστικό προσωπογράφο του. Από τα πρώτα πορτρέτα που φιλοτέχνησε για τοναυτοκράτορα διασώζεται μόνο ο πίνακας Ο Κάρολος Ε' με λαγωνικό(1532-3, Μουσείο
Πράδο), αντίγραφο προσωπογραφίας του Jakob Seisenegger
•
Ύστερο έργο (π. 1540-76)
Από τα μέσα του 1540, παρατηρούνται αισθητές διαφοροποιήσεις στη ζωγραφική τουΤιτσιάνο, που χαρακτηρίζουν συνολικά το ύστερο έργο του. Κατόπιν επιθυμίας του ΠαύλουΓ' και του καρδινάλιου Αλεσάντρο Φαρνέζε, ταξίδεψε εκ νέου στη Μπολόνια, το Μάιο του1543, όπου φιλοτέχνησε μερικές από τις σημαντικότερες προσωπογραφίες του, μεταξύαυτών τα ομαδικά πορτρέτα Ο Πάπας Παύλος Γ' και τα εγγόνια του (1546, Capodimonte)και Οικογένεια Vendramin (Εθνική Πινακοθήκη, Λονδίνο), καθώς και ο πίνακας Ο Κάρολος Ε' στο Mühlberg (Μουσείο Πράδο) που ολοκληρώθηκε για τον εορτασμό της νίκης τουαυτοκράτορα στη Μάχη του Mühlberg (Απρίλιος 1547) και αναπαριστά τον Κάρολο Ε'έφιππο. Τρία χρόνια αργότερα επισκέφτηκε για πρώτη φορά τη Ρώμη, όπου παρέμεινεμέχρι τον Ιούνιο του 1546 και είχε τη δυνατότητα να εξετάσει από κοντά τα έργατου Μιχαήλ Άγγελου, του Ραφαήλ και του Σεμπαστιάνο ντελ Πιόμπο.
Το χειμώνα του 1548 συνόδευσε τον Κάρολο Ε' στην αυλή των Αψβούργων, όπουολοκλήρωσε μία σειρά έργων, μεταξύ αυτών θρησκευτικούς, μυθολογικούς πίνακεςκαι προσωπογραφίες. Μετά την επιστροφή του στη Βενετία, δέχθηκε πρόσκληση ναμεταβεί στο Μιλάνο, προκειμένου να επισκεφτεί τον πρίγκιπα Φίλιππο, που αργότεραέγινε βασιλιάς της Ισπανίας και αποτέλεσε έναν από τους κύριους προστάτες τούΙταλού ζωγράφου. Από τη συνεργασία τους ξεχωρίζει η ολόσωμη προσωπογραφίατου Φίλιππου Β' με πανοπλία (π. 1551, Μουσείο Πράδο). Στα τελευταία χρόνια τηςζωής του, ο Τιτσιάνο ολοκλήρωσε πολυάριθμα έργα που φιλοτέχνησε στη Βενετίακαι αργότερα μεταφέρθηκαν στην Ισπανία. Μεταξύ άλλων ολοκλήρωσε μία σειράμυθολογικών πινάκων, αποκαλούμενων με τον όρο poesie (ποίηση) και με έντονοτο ερωτικό στοιχείο. Σε αυτήν ανήκουν τα έργα Δανάη (Μουσείο Πράδο), Αφροδίτη και Άδωνις(Μουσείο Πράδο), Περσέας και Ανδρομέδα (1553-62, Συλλογή Wallace), Η αρπαγή της Ευρώπης (Μουσείο Γκάρντνερ, Βοστόνη), Ντιάνα και Ακτέων, Ντιάνα και Καλλιστώ (Συλλογή Ellesmere) και Ο θάνατος του Ακτέονα (Εθνική Πινακοθήκη, Λονδίνο).Οι συνθέσεις αυτές παρουσιάζουν κοινά χαρακτηριστικά με παλαιότερα έργα του, μεθέματα δανεισμένα από τη μυθολογία, ωστόσο διακρίνονται για το ύφος τους, τα χρώματάτους και τις μεγαλύτερες διαστάσεις των απεικονιζόμενων μορφών. Στα θρησκευτικά έργαπου φιλοτέχνησε για τον Φίλιππο Β' ανήκει και ο Μυστικός Δείπνος (Εσκοριάλ, Μαδρίτη),έργο μεγάλων διαστάσεων που σύμφωνα με μία επιστολή του Τιτσιάνο προς τον βασιλιάολοκληρώθηκε σε διάστημα επτά ετών[16] και ολοκληρώθηκε τον Οκτώβριο του 1564[17]. Γιατην τοποθέτησή του στη μονή τού Εσκοριάλ, μέρος του πίνακα καταστράφηκε, προκειμένουνα χωρέσει στην προκαθορισμένη θέση του.
Η τεχνική που συναντάται στα τελευταία έργα του έχει χαρακτηριστείως «πρωτοϊμπρεσιονιστική»[2], ενώ κατά τον Βαζάρι υπήρξε αισθητά διαφορετική απόεκείνη της νεότητάς του. Ειδικότερα, ο τελευταίος περιέγραψε την τεχνοτροπία τούΤιτσιάνο αναφερόμενος στις χονδροειδείς πινελιές που εφάρμοζε στον καμβά, έτσιώστε τα έργα να μπορούν να εκτιμηθούν και να γίνουν πλήρως αντιληπτά από το θεατή,μόνο από μία σχετική απόσταση[17]. Πιθανώς, η τεχνική αυτή συνδεόταν με προβλήματαόρασης του Τιτσιάνο, ωστόσο τα προβλήματα υγείας που αντιμετώπισε σε μεγάλη
ηλικία δεν επηρέασαν την παραγωγικότητά του. Η παράδοξη υπογραφή του στην εικόνατης Αναλήψεως (1560, Chiesa di San Salvadore), «Titianus fecit fecit» έχει ερμηνευθεί ωςη απάντηση του σε επικρίσεις που αμφισβητούσαν τις ικανότητές του σε προχωρημένηηλικία[18]. Σε κάθε περίπτωση, αρκετοί από τους πίνακες που ολοκλήρωσε την τελευταίαδεκαετία της ζωής του αναγνωρίζονται μεταξύ των κορυφαίων έργων του. Εκτός απότην Ανάληψη, σε αυτούς περιλαμβάνονται επίσης ο Άγιος Σεβαστιανός (Ερμιτάζ), ο Άγιος Λαυρέντιος (Εσκοριάλ) και κυρίως ηΑποκαθήλωση (Pietà), έργο που άφησε ημιτελές.Πέθανε σε μεγάλη ηλικία το 1576, την ίδια περίοδο που μία επιδημία πανώλης έπληττετη Βενετία. Έχει υποστηριχθεί πως ο θάνατός του προκλήθηκε από την πανώλη, ωστόσοτο γεγονός πως τάφηκε την επόμενη ημέρα στην εκκλησία του Φράρι θέτει το ενδεχόμενοαυτό υπό αμφισβήτηση[2].Πολύ μικρός αριθμός ζωγράφων μπορούν να αναγνωριστούνως συνεχιστές του ή πραγματικοί μαθητές του, καθώς δεν διακρίθηκε για τις αρετές τουως δάσκαλος, είτε εξαιτίας έλλειψης υπομονής είτε διότι ήταν από τη φύση του έντοναανταγωνιστικός[19]. Σύμφωνα με μία επιστολή του ζωγράφου Τζούλιο Κλόβιο, προς τονκαρδινάλιο Αλεσάντρο Φαρνέζε, ο Δομήνικος Θεοτοκόπουλος υπήρξε μαθητής του, κατάτα τελευταία χρόνια της ζωής του, ενώ το ίδιο έχει υποστηριχθεί και για τον Τιντορέτο.Μεταξύ των μαθητών του ξεχωρίζουν επίσης οι Μπορντόνε και Μπονιφάτσιο. Ο τελευταίοςυιοθέτησε πιστά το ύφος του Τιτσιάνο και διακρίθηκε ως ζωγράφος, ενώ αρκετά έργα είναιδύσκολο να αποδοθούν στον ίδιο και όχι στο δάσκαλό του[20]. Στη διάρκεια της ζωής του, οΤιτσιάνο απέκτησε δύο γιους και δύο κόρες, μία από τις οποίες πέθανε σε βρεφική ηλικία.Ο γιος του Οράτιος έγινε επίσης ζωγράφος και για ένα διάστημα εργάστηκε ως βοηθός του.
Τεχνική
•
Η μέθοδος ζωγραφικής που ακολουθούσε ο Τιτσιάνο υπήρξε καινοτόμος για τηνεποχή του. Σύμφωνα με τις περιγραφές του Βαζάρι, εργαζόταν σχεδόν αποκλειστικάμε το χρώμα, δίνοντας πολύ μικρή σημασία σε προπαρασκευαστικά σχέδια. Στο ίδιοσυμπέρασμα έχουν καταλήξει και νεότερες αναλύσεις έργων του, ενώ ενισχύεται ακόμααπό τις περιγραφές του Πάλμα Τζιόβανε, ο οποίος αναφέρεται ως μαθητής του Τιτσιάνο[21]. Οι αφηγήσεις του για την τεχνική τού δασκάλου του έχουν καταγραφεί από τον ΜάρκοΜποσκίνι, στο έργο του Ricche minere della Pintura Veneziana (1674). Σύμφωνα με αυτές[21], ο Τιτσιάνο συνήθιζε να ξεκινά ένα έργο απλώνοντας μία μεγάλη ποσότητα χρώματος στηνεπιφάνεια του πίνακα, λειτουργώντας ως βάση για ό,τι θα σχεδίαζε πάνω από αυτή. Μετάτην ολοκλήρωση των βασικών στοιχείων και μορφών του έργου, συχνά εγκατέλειπε τονπίνακα, ακόμα και για μερικούς μήνες, χωρίς να τον παρατηρεί. Αργότερα επανερχότανκαι συνέχιζε το έργο του με μεγαλύτερη προσοχή, εφαρμόζοντας συμπαγείς επιστρώσειςχρώματος. Στα τελικά στάδιά του, εναρμόνιζε τα χρώματα μεταξύ τους, χρησιμοποιώνταςπιο συχνά τα δάχτυλά του και λιγότερο κάποιο χρωστήρα. Στην περιγραφή του Τζιόβανεδεν γίνεται αναφορά σε ενδεχόμενη χρήση ζωντανών μοντέλων, γεγονός που σημαίνειπως πιθανότατα ο Τιτσιάνο είχε εγκαταλείψει την πρακτική αυτή, την οποία όμωςχρησιμοποιούσε τουλάχιστον μέχρι το 1522, όπως επιβεβαιώνεται από μία επιστολή ενόςαπεσταλμένου τού δούκα Αλφόνσο Α' στη Βενετία, γραμμένη το ίδιο έτος.
Σήμερα είναι επίσης γνωστό πως αρκετές από τις συνθέσεις του περιέχουν στοιχείααυτοσχεδιασμού, καθώς έχουν παρατηρηθεί αλλαγές στα διαδοχικά στάδια ολοκλήρωσηςαρκετών έργων, όπως για παράδειγμα στην Παναγία του Πέζαρο, σύνθεση της οποίας το
αρχιτεκτονικό υπόβαθρο τροποποιήθηκε αρκετές φορές πριν αποδοθεί με την τελική τουμορφή[2]. Οι περισσότερες από τις πρώιμες συνθέσεις του Τιτσιάνο είναι φιλοτεχνημένεςπάνω σε ξύλο, όπως η Ανάληψη της Παρθένου για την εκκλησία του Φράρι, ενώ μικρότεροποσοστό έχει φιλοτεχνηθεί πάνω σε μουσαμά, υλικό που χρησιμοποίησε αργότερα μεμεγαλύτερη συχνότητα. Πιθανότατα η επιλογή του σχετιζόταν με τις διαστάσεις τουέργου, καθώς ήταν ευκολότερο να δημιουργηθούν πίνακες μεγάλων διαστάσεων πάνω σεμουσαμά.
Ελληνισμός & Ιταλική Αναγέννηση
•
Τιτσιάνο (1485-1576)
•
Τιτσιάνο(βιογραφία)
O Τιτσιάνο Βετσέλιο (Tiziano Vecellio ή Vecelli, π. 1485/90 - 27 Αυγούστου 1576),
ευρύτερα γνωστός ως Τιτσιάνο, ήταν Ιταλός ζωγράφος της Αναγέννησης. Ανήκει στη σχολή της Βενετίας και θεωρείται ένας από τους σπουδαιότερους ζωγράφους της[1], του οποίου το έργο αντιπροσωπεύει τη μετάβαση από την παράδοση του 15ου αιώνα στην τεχνοτροπία που υϊοθετήθηκε κατά τον 16ο. Επηρέασε σημαντικούς ζωγράφους του επόμενου αιώνα, όπως τον Ρούμπενς και τον Βελάσκεθ[2]. Διακρίθηκε εξίσου σε ένα ευρύ φάσμα θεμάτων, φιλοτεχνώντας προσωπογραφίες, αλληγορίες, θρησκευτικά έργα, ιστορικές και μυθολογικές σκηνές.
Καταγόταν από ευυπόληπτη οικογένεια, αρκετά μέλη της οποίας ασχολήθηκαν
επίσης με τη ζωγραφική. Ο ίδιος εκπαιδεύτηκε στο εργαστήριο του Τζιοβάνι Μπελίνι και τα πρώιμα έργα του εμφανίζουν έντονες επιδράσεις από το ύφος του Τζορτζόνε. Έζησε και εργάστηκε κατά το μεγαλύτερο μέρος της ζωής του στη Βενετία, ωστόσο η πληθώρα παραγγελιών που ανέλαβε για βασιλείς και άλλους ευγενείς της ιταλικής επικράτειας, ευνόησε τη διάδοση της φήμης του πέρα από τα σύνορα της γενέτειράς του. Υπήρξε ένας από τους πλέον διακεκριμένους ζωγράφους της εποχής του, που έχαιρε μεγάλης αναγνώρισης. Στο εργαστήριο του μαθήτευσε πιθανότατα ο Δομήνικος Θεοτοκόπουλος και ο Τζιάκοπο Τιντορέτο, αν και είναι εν γένει δύσκολο να αναγνωριστούν συνεχιστές του έργου του.
Εκπαίδευση και πρώιμα έργα
•
Η ημερομηνία γέννησης του Τιτσιάνο δεν είναι γνωστή με βεβαιότητα, ωστόσο είναιευρύτερα αποδεκτό μεταξύ των σύγχρονων ιστορικών, πως τοποθετείται κατά την περίοδο1488-90[1], αν και για ένα μεγάλο χρονικό διάστημα, ως έτος γέννησής του θεωρούνταν το1477। Το ζήτημα της ημερομηνίας γέννησής του έχει αποτελέσει αντικείμενο διαφωνιώνκαι αντιφάσεων μεταξύ των ιστορικών. Μία από τις παλαιότερες γραπτές αναφορές στονΤιτσιάνο ανήκει στον Ludovico Dolce και περιέχεται στο έργο του L'Aretino, o dialogo della pittura που εκδόθηκε στη Βενετία το 1557, σε μία περίοδο ακμής του Τιτσιάνο. Ο Dolceτον περιέγραψε ως «νεαρό άνδρα» (ιταλ.: e giovanetto), κατά την περίοδο που ανέλαβετην πρώτη του δημόσια παραγγελία για μία ελαιογραφία (π. 1516), χαρακτηρισμόςπου θεωρείται πως δύσκολα θα αποδιδόταν σε έναν άνδρα άνω των τριάντα ετών καικατ' επέκταση τοποθετεί τη γέννηση του μετά το 1486[3]. Στη δεύτερη έκδοση των Βίων,ο Τζόρτζιο Βαζάριτοποθέτησε τη γέννησή του το 1480[4], αν και σύμφωνα με άλλεςπεριγραφές του Βαζάρι, μπορεί να μετατοπιστεί και στο διάστημα 1489-90[5]. O ίδιοςο Τιτσιάνο, σε μία επιστολή του 1571 προς τον Φίλιππο Β' της Ισπανίας, αναφέρει πωςήταν τότε ενενήντα πέντε ετών, γεγονός που αν αληθεύει οδηγεί στο συμπέρασμα πωςγεννήθηκε το 1476. Νεότεροι συγγραφείς, όπως ο Τιτσιανέλο (Compendio, 1622) και οΚάρλο Ριντόλφι (Meraviglie dell' Arte, 1648) συμφώνησαν με το έτος 1477 ως έτος γέννησης του Τιτσιάνο. Το πιστοποιητικό θανάτου του, στην κοινότητα San Canciano της Βενετίας,αναφέρει πως πέθανε το 1576 σε ηλικία 103 ετών, τοποθετώντας τη γέννησή του στα 1473.Αυτή η εκδοχή προσκρούει στο γεγονός πως δεν διαθέτουμε χρονολογημένα έργα του στατέλη του 15ου αιώνα[6], όπως θα ήταν αναμενόμενο με βάση την ηλικία του.
Γεννήθηκε στο ιταλικό χωριό των Βενετικών Άλπεων, Πιέβε ντι Καντόρε, βόρεια τηςΒενετίας και σε μικρή απόσταση από το Τυρόλο της Αυστρίας। Ήταν γιος του Γκρεγκόριοντι Κόντε ντέι Βετσέλι, με καταγωγή από ευυπόληπτη οικογένεια, εξέχων μέλος της οποίαςυπήρξε ο Κόμης Βετσέλιο, κυβερνήτης της κοινότητας του Καντόρε από το 1458 μέχριτο 1513। Ο πατέρας του κατείχε επίσης δημόσια αξιώματα και διακρίθηκε ως διοικητήςτου στρατού της κοινότητας. Σε ηλικία εννέα ή δέκα ετών, ο Τιτσιάνο εγκαταστάθηκεστην πόλη της Βενετίας και μαθήτευσε μαζί με τον αδελφό του κοντά στον ζωγράφοΣεμπαστιάνο Τσουκάτι, περισσότερο γνωστός ως δημιουργός μωσαϊκών, πριν μεταπηδήσειστο εργαστήριο του Τζιοβάνι Μπελίνι, ενός από τους σημαντικότερους και διασημότερουςζωγράφους της εποχής. Υπό την επίβλεψη του Μπελίνι μαθήτευσαν την ίδια περίοδο καιάλλοι διακεκριμένοι καλλιτέχνες, όπως ο Λορέντσο Λότο και ο Σεμπαστιάνο Λουτσιάνι,μετέπειτα γνωστός ως Σεμπαστιάνο ντελ Πιόμπο. Ο Τιτσιάνο συναναστράφηκε επίσηςμε τον Τζορτζόνε και σύμφωνα με τον Τζόρτζιο Βαζάρι, οι δύο ζωγράφοι συνεργάστηκανμε σκοπό τη δημιουργία ορισμένων νωπογραφιών για τη Γερμανική Αποθήκη (Fondaco dei Tedeschi), οι οποίες είναι σήμερα σχεδόν ολοσχερώς κατεστραμμένες και τμήματατους φιλοξενούνται στο Ca’ d’Oro. Ο Τιτσιάνο ανέλαβε μέρος του έργου για την εξωτερικήπρόσοψη της Γερμανικής Αποθήκης, ακολουθώντας την τεχνοτροπία του Τζορτζόνε τόσοπιστά ώστε να μην διακρίνονται έντονες διαφορές μεταξύ των ξεχωριστών τμημάτωνπου φιλοτέχνησαν. Σύμφωνα με μία ανεκδοτολογική αναφορά του Βαζάρι, ο Τζορτζόνεδέχθηκε συγχαρητήρια για τις νωπογραφίες που είχε φιλοτεχνήσει ο Τιτσιάνο, οι οποίεςθεωρήθηκαν μάλιστα ανώτερες από άλλες που ήταν πράγματι έργα του Τζορτζόνε, γεγονόςπου οδήγησε στη διακοπή της συνεργασίας και της φιλίας τους[7]. Ο Dolce επιβεβαίωσεμεταγενέστερα την αναφορά του Βαζάρι, αντίθετα ο Τιτσιανέλο την αντέκρουσε[8]. Οινωπογραφίες για τη Γερμανική Αποθήκη συνιστούν ενδεχομένως το παλαιότερο δείγμαγραφής του Τιτσιάνο, ωστόσο αρκετοί ιστορικοί χρονολογούν ορισμένους πίνακές του πριντο 1509[9]. Εν γένει, τo πρώιμο έργο του Τιτσιάνο είναι δύσκολο να καθοριστεί με ακρίβεια,καθώς λίγοι πίνακες είναι χρονολογημένοι και επιπλέον αρκετοί από αυτούς συγχέονταιμε έργα άλλων σύγχρονων καλλιτεχνών όπως των Τζούλιο Κάμπι, Τζιοβάνι Καριάνι καιΤζορτζόνε[2].
Στα παλαιότερα σωζόμενα και χρονολογημένα με ακρίβεια έργα του ανήκουντρεις νωπογραφίες με θέμα το βίο του Αγίου Αντωνίου, για την ομώνυμη εκκλησία τηςΠάδοβας, για τις οποίες διαθέτουμε αναφορές από το 1511। Τα πρώιμα έργα του Τιτσιάνοφανερώνουν ομοιότητες με εκείνα του Τζορτζόνε, σε τέτοιο βαθμό ώστε να είναι συχνάδύσκολο να διακριθούν μεταξύ τους[1]. Η επίδραση του Τζορτζόνε είναι εμφανής και στουςπρώτους μυθολογικούς ή αλληγορικούς πίνακες τού Τιτσιάνο. Μεταξύ αυτών ξεχωρίζει τοέργο Ιερός και επίγειος Έρωτας (π. 1514, Galleria Borghese), πιθανότατα κατά παραγγελίατων οικογενειών Αουρέλιο και Μπαγκαρέτο, με αφορμή το γάμο μεταξύ μελών τους που έγινε το 1514.
Το αλληγορικό μήνυμα του πίνακα δεν είναι ξεκάθαρο, ωστόσο σύμφωνα μετην ευρύτερα αποδεκτή ερμηνεία, οι γυναίκες που απεικονίζονται συμβολίζουν τιςδίδυμες Αφροδίτες, σύμφωνα με τα νεοπλατωνικά ιδεώδη[1]. Στην ίδια περίπου χρονικήπερίοδο ανήκει και μία από τις πρώτες σημαντικές αλληγορικές συνθέσεις του, Οι τρεις ηλικίες του ανθρώπου (1512-14, Εθνική Πινακοθήκη Σκωτίας), που επίσης ακολουθεί ταπρότυπα του Τζορτζόνε.
•
Ώριμη περίοδος (1516 - π. 1540)
O ξαφνικός θάνατος του Τζορτζόνε το 1510 και του Μπελίνι τέσσερα χρόνια αργότερα,σε συνδυασμό με την εγκατάσταση στη Ρώμη, ενός ακόμα ανταγωνιστή του, τούΣεμπαστιάνο ντελ Πιόμπο, ευνόησε τα επόμενα χρόνια την ανέλιξη του Τιτσιάνο[10], oοποίος ανέλαβε την ολοκλήρωση αρκετών σημαντικών παραγγελιών που είχαν ανατεθείαρχικά στον Τζορτζόνε[11], αναλαμβάνοντας επίσης τη θέση του Μπελίνι ως επίσημουζωγράφου της Ενετικής Δημοκρατίας. Ανάμεσα στους σημαντικότερους θρησκευτικούςπίνακες που φιλοτέχνησε, κατά την περίοδο αυτή, ανήκει η Ανάληψη της Παρθένου (1516-8), έργο που ολοκλήρωσε για την Αγία Τράπεζα της εκκλησίας Sta. Maria Gloriosa dei Frariστη Βενετία. Το εντυπωσιακό μέγεθος του έργου, που έφθανε περίπου τα επτά μέτρασε ύψος, αλλά και ο δυναμισμός της σύνθεσης προκάλεσαν τον έντονο θαυμασμό τωνθεατών.
Ο Τιτσιάνο επηρεάστηκε πιθανώς από τη συνάντησή του, το 1516, με τον ΦραΜπαρτολομέο, ο οποίος φιλοτέχνησε αρκετές μεγάλης κλίμακας δραματικές συνθέσεις, τηςίδιας θεματολογίας, επηρεασμένος με τη σειρά του από τις νωπογραφίες του Ραφαήλ καιτουΜιχαήλ Άγγελου[2]. Αξιοσημείωτη είναι επίσης η σύνθεση που αναπαριστάτην Παναγία και το θείο βρέφος σε θρόνο μαζί με Αγίους και μέλη της οικογένειας Πέζαρο,(Pesaro Madonna, 1519–26, in situ). Σε αυτή την εικόνα, ο Τιτσιάνο εισήγαγε ένα νέο τύποσύνθεσης που ακολούθησαν μεταγενέστερα αρκετοί ζωγράφοι της Αναγέννησης, ενώαποτέλεσε πρότυπο και για καλλιτέχνες της μπαρόκ περιόδου, όπως ο Ρούμπενς.
Τόσο στις συνθέσεις για την εκκλησία του Frari, όσο και σε άλλους πίνακες πουφιλοτέχνησε την ίδια εποχή, διαφαίνεται η επίδραση των Ραφαήλ και Μιχαήλ Άγγελου,αν και δεν υπάρχουν στοιχεία που να βεβαιώνουν πως ο Τιτσιάνο είχε ταξιδέψει μέχριεκείνη την περίοδο στη Ρώμη. Χαρακτηριστικό παράδειγμα θεωρείται η σύνθεση H Παναγία με το θείο βρέφος και τους Αγίους Φραγκίσκο και Αλβίζε με τον παραγγελιοδότη Αλβίζε Γκότσι (1520, Museo Civico Ανκόνας), έργο που παραπέμπει στην Παναγία του Foligno (1511-2) τού Ραφαήλ. Από το έργο του Τιτσιάνο διαφαίνεται πως ήταν γνώστης τωνσύγχρονων εξελίξεων της ύστερης αναγεννησιακής τέχνης στη Ρώμη και στη Φλωρεντία,πιθανότατα μέσα από αντίγραφα έργων[12]. Στις σημαντικότερες πρώιμες θρησκευτικέςσυνθέσεις του ανήκει επίσης το έργο O θάνατος του Αγίου Πέτρου τού Μάρτυρα (π. 1526-30) που φιλοτέχνησε για την εκκλησία των Αγίων Ιωάννη και Παύλου στη Βενετία. Ηπρωτότυπη σύνθεση καταστράφηκε το 1867, ωστόσο το έργο είναι γνωστό από αντίγραφακαι φαίνεται πως προκάλεσε το θαυμασμό, εδραιώνοντας τη φήμη του Τιτσιάνο[13].Σύμφωνα με τον Βαζάρι, αποτελούσε το κορυφαίο έργο του, ενώ ιδιαίτερη μνεία σε αυτό
έκανε και ο λόγιος Πιέτρο Αρετίνο σε επιστολή του προς τον Φλωρεντινό καλλιτέχνηΤρίμπολο[14]. Κατά τον Paolo Pino (Dialogo di pittura, 1548), o Τιτσιάνο ανέλαβε τηνπαραγγελία κατόπιν διαγωνισμού, στον οποίο συμμετείχε επίσης ο Πάλμα Βέκιο
Μεταγενέστερο είναι το έργο που ολοκλήρωσε για το παλάτι των Δόγηδων (Palazzo Ducale) στη Βενετία, το μεγαλύτερο μέρος του οποίου καταστράφηκε το 1577. ΟΤιτσιάνο ανέλαβε το 1513 και φιλοτέχνησε τη Μάχη του Σπολέτο (ή Μάχη του Καντόρε,π. 1538/40), έργο που σήμερα είναι γνωστό μέσα από αντίγραφα, χαρακτικά καιπροσχέδια (Μουσείο του Λούβρου). Η σύνθεση εμφανίζει ομοιότητες με τη Μάχη του Ανγκιάρι τού Λεονάρντο ντα Βίντσι και τη Νίκη του Κωνσταντίνου στη μάχη της Μιλβίας γέφυρας (Sala di Costantino, Βατικανό) τού Ραφαήλ, και αποτέλεσε πηγή έμπνευσηςγια μεταγενέστερες συνθέσεις του Ρούμπενς, με σκηνές μαχών[2]. Η φήμη του Τιτσιάνοεξαπλώθηκε σύντομα πέρα από τα σύνορα της Βενετίας και από την άνοιξη του 1516,ανέλαβε να φιλοτεχνήσει μια σειρά μυθολογικών έργων που θα τοποθετούνταν στιςνέες αίθουσες του κάστρου τού Δούκα της Φεράρα, Αλφόνσο Α'. Για τις ανάγκες του, οΑλφόνσο Α' είχε αναθέσει διαφορετικά θέματα σε ορισμένους από τους κορυφαίουςζωγράφους της εποχής, αποκτώντας έργα του Ντόσο Ντόσι και του Τζιοβάνι Μπελίνι. Στοίδιο πρόγραμμα συμμετείχαν οι Ραφαήλ και Φρα Μπαρτολομέο, οι οποίοι ωστόσο δενπρόλαβαν να ολοκληρώσουν τα έργα τους. Ο Τιτσιάνο φιλοτέχνησε δύο από τους πίνακεςτου, τη Λατρεία της Αφροδίτης και το έργο Βάκχος και Αριάδνη (Εθνική Πινακοθήκη,Λονδίνο), βασισμένος σε προγενέστερα ημιτελή σχέδια των δύο ζωγράφων. Της ίδιαςπεριόδου είναι και ο πίνακας Η γιορτή των Θεών(Εθνική Πινακοθήκη, Ουάσινγκτον) τουΜπελίνι, τον οποίο επεξεργάστηκε ο Τιτσιάνο προκειμένου να εναρμονιστεί με τις δικές τουδημιουργίες.
Στις αρχές του 1530 ξεκίνησε το έργο του για τη βασιλική αυλή του Ουρμπίνο,προσφέροντας τις υπηρεσίες του στο δούκα Φραντσέσκο Μαρία Α', φιλοτεχνώντας κυρίωςπροσωπογραφίες. Αξιοσημείωτη σύνθεση αυτής της περιόδου είναι η Αφροδίτη του Ουρμπίνο (Ουφίτσι, Φλωρεντία), έργο που βασίστηκε στην Κοιμωμένη Αφροδίτη (π. 1510)του Τζορτζόνε. Ο Τιτσιάνο διατήρησε τη στάση της γυμνής Αφροδίτης που καθιέρωσε οΤζορτζόνε, επιλέγοντας όμως να αναπαραστήσει μία καθημερινή σκηνή, τοποθετώνταςτο θέμα του σε μία αίθουσα παλατιού. Με αυτό τον τρόπο, απέδωσε την Αφροδίτηπερισσότερο ως μία κοινή γυναίκα και λιγότερο ως θεά της μυθολογίας[2]. Στη σύνθεσητου Τιτσιάνο βασίστηκε αργότερα ο Εντουάρ Μανέ, για τον πίνακα Ολυμπία(1853)[15]. Σταμέσα του 16ου αιώνα, ο Τιτσιάνο είχε σημαντική συμβολή στην εξέλιξη του είδους τηςπροσωπογραφίας. Εισήγαγε νέες στάσεις του εικονιζόμενου προσώπου, ενώ καθιέρωσετα ημίσωμα ή και ολόσωμα πορτρέτα, επιτρέποντας με αυτό τον τρόπο την ενσωμάτωσηπερισσότερων στοιχείων στη σύνθεση της προσωπογραφίας, όπως για παράδειγμακαθημερινά αντικείμενα ή άλλα πρόσωπα που απεικονίζονταν σε δεύτερο επίπεδο.Στις πρώτες προσωπογραφίες που φιλοτέχνησε κατά τις δεκαετίες του 1520 και 1530,απεικόνισε την ιταλική αριστοκρατία. Σημαντικός σταθμός για το έργο του θεωρείται ηπερίοδος κατά την οποία ταξίδεψε στη Μπολόνια και φιλοτέχνησε προσωπογραφίες τουαυτοκράτορα Καρόλου Ε'. Το 1533, ο Κάρολος Ε' έχρισε τον Τιτσιάνο ιππότη και τον διόρισεως αποκλειστικό προσωπογράφο του. Από τα πρώτα πορτρέτα που φιλοτέχνησε για τοναυτοκράτορα διασώζεται μόνο ο πίνακας Ο Κάρολος Ε' με λαγωνικό(1532-3, Μουσείο
Πράδο), αντίγραφο προσωπογραφίας του Jakob Seisenegger
•
Ύστερο έργο (π. 1540-76)
Από τα μέσα του 1540, παρατηρούνται αισθητές διαφοροποιήσεις στη ζωγραφική τουΤιτσιάνο, που χαρακτηρίζουν συνολικά το ύστερο έργο του. Κατόπιν επιθυμίας του ΠαύλουΓ' και του καρδινάλιου Αλεσάντρο Φαρνέζε, ταξίδεψε εκ νέου στη Μπολόνια, το Μάιο του1543, όπου φιλοτέχνησε μερικές από τις σημαντικότερες προσωπογραφίες του, μεταξύαυτών τα ομαδικά πορτρέτα Ο Πάπας Παύλος Γ' και τα εγγόνια του (1546, Capodimonte)και Οικογένεια Vendramin (Εθνική Πινακοθήκη, Λονδίνο), καθώς και ο πίνακας Ο Κάρολος Ε' στο Mühlberg (Μουσείο Πράδο) που ολοκληρώθηκε για τον εορτασμό της νίκης τουαυτοκράτορα στη Μάχη του Mühlberg (Απρίλιος 1547) και αναπαριστά τον Κάρολο Ε'έφιππο. Τρία χρόνια αργότερα επισκέφτηκε για πρώτη φορά τη Ρώμη, όπου παρέμεινεμέχρι τον Ιούνιο του 1546 και είχε τη δυνατότητα να εξετάσει από κοντά τα έργατου Μιχαήλ Άγγελου, του Ραφαήλ και του Σεμπαστιάνο ντελ Πιόμπο.
Το χειμώνα του 1548 συνόδευσε τον Κάρολο Ε' στην αυλή των Αψβούργων, όπουολοκλήρωσε μία σειρά έργων, μεταξύ αυτών θρησκευτικούς, μυθολογικούς πίνακεςκαι προσωπογραφίες. Μετά την επιστροφή του στη Βενετία, δέχθηκε πρόσκληση ναμεταβεί στο Μιλάνο, προκειμένου να επισκεφτεί τον πρίγκιπα Φίλιππο, που αργότεραέγινε βασιλιάς της Ισπανίας και αποτέλεσε έναν από τους κύριους προστάτες τούΙταλού ζωγράφου. Από τη συνεργασία τους ξεχωρίζει η ολόσωμη προσωπογραφίατου Φίλιππου Β' με πανοπλία (π. 1551, Μουσείο Πράδο). Στα τελευταία χρόνια τηςζωής του, ο Τιτσιάνο ολοκλήρωσε πολυάριθμα έργα που φιλοτέχνησε στη Βενετίακαι αργότερα μεταφέρθηκαν στην Ισπανία. Μεταξύ άλλων ολοκλήρωσε μία σειράμυθολογικών πινάκων, αποκαλούμενων με τον όρο poesie (ποίηση) και με έντονοτο ερωτικό στοιχείο. Σε αυτήν ανήκουν τα έργα Δανάη (Μουσείο Πράδο), Αφροδίτη και Άδωνις(Μουσείο Πράδο), Περσέας και Ανδρομέδα (1553-62, Συλλογή Wallace), Η αρπαγή της Ευρώπης (Μουσείο Γκάρντνερ, Βοστόνη), Ντιάνα και Ακτέων, Ντιάνα και Καλλιστώ (Συλλογή Ellesmere) και Ο θάνατος του Ακτέονα (Εθνική Πινακοθήκη, Λονδίνο).Οι συνθέσεις αυτές παρουσιάζουν κοινά χαρακτηριστικά με παλαιότερα έργα του, μεθέματα δανεισμένα από τη μυθολογία, ωστόσο διακρίνονται για το ύφος τους, τα χρώματάτους και τις μεγαλύτερες διαστάσεις των απεικονιζόμενων μορφών. Στα θρησκευτικά έργαπου φιλοτέχνησε για τον Φίλιππο Β' ανήκει και ο Μυστικός Δείπνος (Εσκοριάλ, Μαδρίτη),έργο μεγάλων διαστάσεων που σύμφωνα με μία επιστολή του Τιτσιάνο προς τον βασιλιάολοκληρώθηκε σε διάστημα επτά ετών[16] και ολοκληρώθηκε τον Οκτώβριο του 1564[17]. Γιατην τοποθέτησή του στη μονή τού Εσκοριάλ, μέρος του πίνακα καταστράφηκε, προκειμένουνα χωρέσει στην προκαθορισμένη θέση του.
Η τεχνική που συναντάται στα τελευταία έργα του έχει χαρακτηριστείως «πρωτοϊμπρεσιονιστική»[2], ενώ κατά τον Βαζάρι υπήρξε αισθητά διαφορετική απόεκείνη της νεότητάς του. Ειδικότερα, ο τελευταίος περιέγραψε την τεχνοτροπία τούΤιτσιάνο αναφερόμενος στις χονδροειδείς πινελιές που εφάρμοζε στον καμβά, έτσιώστε τα έργα να μπορούν να εκτιμηθούν και να γίνουν πλήρως αντιληπτά από το θεατή,μόνο από μία σχετική απόσταση[17]. Πιθανώς, η τεχνική αυτή συνδεόταν με προβλήματαόρασης του Τιτσιάνο, ωστόσο τα προβλήματα υγείας που αντιμετώπισε σε μεγάλη
ηλικία δεν επηρέασαν την παραγωγικότητά του. Η παράδοξη υπογραφή του στην εικόνατης Αναλήψεως (1560, Chiesa di San Salvadore), «Titianus fecit fecit» έχει ερμηνευθεί ωςη απάντηση του σε επικρίσεις που αμφισβητούσαν τις ικανότητές του σε προχωρημένηηλικία[18]. Σε κάθε περίπτωση, αρκετοί από τους πίνακες που ολοκλήρωσε την τελευταίαδεκαετία της ζωής του αναγνωρίζονται μεταξύ των κορυφαίων έργων του. Εκτός απότην Ανάληψη, σε αυτούς περιλαμβάνονται επίσης ο Άγιος Σεβαστιανός (Ερμιτάζ), ο Άγιος Λαυρέντιος (Εσκοριάλ) και κυρίως ηΑποκαθήλωση (Pietà), έργο που άφησε ημιτελές.Πέθανε σε μεγάλη ηλικία το 1576, την ίδια περίοδο που μία επιδημία πανώλης έπληττετη Βενετία. Έχει υποστηριχθεί πως ο θάνατός του προκλήθηκε από την πανώλη, ωστόσοτο γεγονός πως τάφηκε την επόμενη ημέρα στην εκκλησία του Φράρι θέτει το ενδεχόμενοαυτό υπό αμφισβήτηση[2].Πολύ μικρός αριθμός ζωγράφων μπορούν να αναγνωριστούνως συνεχιστές του ή πραγματικοί μαθητές του, καθώς δεν διακρίθηκε για τις αρετές τουως δάσκαλος, είτε εξαιτίας έλλειψης υπομονής είτε διότι ήταν από τη φύση του έντοναανταγωνιστικός[19]. Σύμφωνα με μία επιστολή του ζωγράφου Τζούλιο Κλόβιο, προς τονκαρδινάλιο Αλεσάντρο Φαρνέζε, ο Δομήνικος Θεοτοκόπουλος υπήρξε μαθητής του, κατάτα τελευταία χρόνια της ζωής του, ενώ το ίδιο έχει υποστηριχθεί και για τον Τιντορέτο.Μεταξύ των μαθητών του ξεχωρίζουν επίσης οι Μπορντόνε και Μπονιφάτσιο. Ο τελευταίοςυιοθέτησε πιστά το ύφος του Τιτσιάνο και διακρίθηκε ως ζωγράφος, ενώ αρκετά έργα είναιδύσκολο να αποδοθούν στον ίδιο και όχι στο δάσκαλό του[20]. Στη διάρκεια της ζωής του, οΤιτσιάνο απέκτησε δύο γιους και δύο κόρες, μία από τις οποίες πέθανε σε βρεφική ηλικία.Ο γιος του Οράτιος έγινε επίσης ζωγράφος και για ένα διάστημα εργάστηκε ως βοηθός του.
Τεχνική
•
Η μέθοδος ζωγραφικής που ακολουθούσε ο Τιτσιάνο υπήρξε καινοτόμος για τηνεποχή του. Σύμφωνα με τις περιγραφές του Βαζάρι, εργαζόταν σχεδόν αποκλειστικάμε το χρώμα, δίνοντας πολύ μικρή σημασία σε προπαρασκευαστικά σχέδια. Στο ίδιοσυμπέρασμα έχουν καταλήξει και νεότερες αναλύσεις έργων του, ενώ ενισχύεται ακόμααπό τις περιγραφές του Πάλμα Τζιόβανε, ο οποίος αναφέρεται ως μαθητής του Τιτσιάνο[21]. Οι αφηγήσεις του για την τεχνική τού δασκάλου του έχουν καταγραφεί από τον ΜάρκοΜποσκίνι, στο έργο του Ricche minere della Pintura Veneziana (1674). Σύμφωνα με αυτές[21], ο Τιτσιάνο συνήθιζε να ξεκινά ένα έργο απλώνοντας μία μεγάλη ποσότητα χρώματος στηνεπιφάνεια του πίνακα, λειτουργώντας ως βάση για ό,τι θα σχεδίαζε πάνω από αυτή. Μετάτην ολοκλήρωση των βασικών στοιχείων και μορφών του έργου, συχνά εγκατέλειπε τονπίνακα, ακόμα και για μερικούς μήνες, χωρίς να τον παρατηρεί. Αργότερα επανερχότανκαι συνέχιζε το έργο του με μεγαλύτερη προσοχή, εφαρμόζοντας συμπαγείς επιστρώσειςχρώματος. Στα τελικά στάδιά του, εναρμόνιζε τα χρώματα μεταξύ τους, χρησιμοποιώνταςπιο συχνά τα δάχτυλά του και λιγότερο κάποιο χρωστήρα. Στην περιγραφή του Τζιόβανεδεν γίνεται αναφορά σε ενδεχόμενη χρήση ζωντανών μοντέλων, γεγονός που σημαίνειπως πιθανότατα ο Τιτσιάνο είχε εγκαταλείψει την πρακτική αυτή, την οποία όμωςχρησιμοποιούσε τουλάχιστον μέχρι το 1522, όπως επιβεβαιώνεται από μία επιστολή ενόςαπεσταλμένου τού δούκα Αλφόνσο Α' στη Βενετία, γραμμένη το ίδιο έτος.
Σήμερα είναι επίσης γνωστό πως αρκετές από τις συνθέσεις του περιέχουν στοιχείααυτοσχεδιασμού, καθώς έχουν παρατηρηθεί αλλαγές στα διαδοχικά στάδια ολοκλήρωσηςαρκετών έργων, όπως για παράδειγμα στην Παναγία του Πέζαρο, σύνθεση της οποίας το
αρχιτεκτονικό υπόβαθρο τροποποιήθηκε αρκετές φορές πριν αποδοθεί με την τελική τουμορφή[2]. Οι περισσότερες από τις πρώιμες συνθέσεις του Τιτσιάνο είναι φιλοτεχνημένεςπάνω σε ξύλο, όπως η Ανάληψη της Παρθένου για την εκκλησία του Φράρι, ενώ μικρότεροποσοστό έχει φιλοτεχνηθεί πάνω σε μουσαμά, υλικό που χρησιμοποίησε αργότερα μεμεγαλύτερη συχνότητα. Πιθανότατα η επιλογή του σχετιζόταν με τις διαστάσεις τουέργου, καθώς ήταν ευκολότερο να δημιουργηθούν πίνακες μεγάλων διαστάσεων πάνω σεμουσαμά.